BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δωρίζω

дарить, жертвовать, преподносить подарок

donate, offer, give a present

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδωρίζω
εσύδωρίζεις
αυτός/ή/όδωρίζει
εμείςδωρίζουμε
εσείςδωρίζετε
αυτοί/ές/άδωρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδώρισα
εσύδώρισες
αυτός/ή/όδώρισε
εμείςδωρίσαμε
εσείςδωρίσατε
αυτοί/ές/άδώρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δωρίσω
εσύθα δωρίσεις
αυτός/ή/όθα δωρίσει
εμείςθα δωρίσουμε
εσείςθα δωρίσετε
αυτοί/ές/άθα δωρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδώριζα
εσύδώριζες
αυτός/ή/όδώριζε
εμείςδωρίζαμε
εσείςδωρίζατε
αυτοί/ές/άδώριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δωρίζω
εσύθα δωρίζεις
αυτός/ή/όθα δωρίζει
εμείςθα δωρίζουμε
εσείςθα δωρίζετε
αυτοί/ές/άθα δωρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δωρίσει
εσύέχεις δωρίσει
αυτός/ή/όέχει δωρίσει
εμείςέχουμε δωρίσει
εσείςέχετε δωρίσει
αυτοί/ές/άέχουν δωρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δωρίσει
εσύείχες δωρίσει
αυτός/ή/όείχε δωρίσει
εμείςείχαμε δωρίσει
εσείςείχατε δωρίσει
αυτοί/ές/άείχαν δωρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δωρίσει
εσύθα έχεις δωρίσει
αυτός/ή/όθα έχει δωρίσει
εμείςθα έχουμε δωρίσει
εσείςθα έχετε δωρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δωρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδώρισε
εσείςδωρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδώριζε
εσείςδωρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δωρίσω
εσύνα δωρίσεις
αυτός/ή/όνα δωρίσει
εμείςνα δωρίσουμε
εσείςνα δωρίσετε
αυτοί/ές/άνα δωρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δωρίζω
εσύνα δωρίζεις
αυτός/ή/όνα δωρίζει
εμείςνα δωρίζουμε
εσείςνα δωρίζετε
αυτοί/ές/άνα δωρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δωρίσει
εσύνα έχεις δωρίσει
αυτός/ή/όνα έχει δωρίσει
εμείςνα έχουμε δωρίσει
εσείςνα έχετε δωρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δωρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δωρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δωρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δώριζα
εσύθα δώριζες
αυτός/ή/όθα δώριζε
εμείςθα δωρίζαμε
εσείςθα δωρίζατε
αυτοί/ές/άθα δώριζαν