BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δυναμώνω

укреплять, усиливать

strengthen

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδυναμώνω
εσύδυναμώνεις
αυτός/ή/όδυναμώνει
εμείςδυναμώνουμε
εσείςδυναμώνετε
αυτοί/ές/άδυναμώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδυνάμωσα
εσύδυνάμωσες
αυτός/ή/όδυνάμωσε
εμείςδυναμώσαμε
εσείςδυναμώσατε
αυτοί/ές/άδυνάμωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δυναμώσω
εσύθα δυναμώσεις
αυτός/ή/όθα δυναμώσει
εμείςθα δυναμώσουμε
εσείςθα δυναμώσετε
αυτοί/ές/άθα δυναμώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδυνάμωνα
εσύδυνάμωνες
αυτός/ή/όδυνάμωνε
εμείςδυναμώναμε
εσείςδυναμώνατε
αυτοί/ές/άδυνάμωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δυναμώνω
εσύθα δυναμώνεις
αυτός/ή/όθα δυναμώνει
εμείςθα δυναμώνουμε
εσείςθα δυναμώνετε
αυτοί/ές/άθα δυναμώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δυναμώσει
εσύέχεις δυναμώσει
αυτός/ή/όέχει δυναμώσει
εμείςέχουμε δυναμώσει
εσείςέχετε δυναμώσει
αυτοί/ές/άέχουν δυναμώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δυναμώσει
εσύείχες δυναμώσει
αυτός/ή/όείχε δυναμώσει
εμείςείχαμε δυναμώσει
εσείςείχατε δυναμώσει
αυτοί/ές/άείχαν δυναμώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δυναμώσει
εσύθα έχεις δυναμώσει
αυτός/ή/όθα έχει δυναμώσει
εμείςθα έχουμε δυναμώσει
εσείςθα έχετε δυναμώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δυναμώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδυνάμωσε
εσείςδυναμώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδυνάμωνε
εσείςδυναμώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δυναμώσω
εσύνα δυναμώσεις
αυτός/ή/όνα δυναμώσει
εμείςνα δυναμώσουμε
εσείςνα δυναμώσετε
αυτοί/ές/άνα δυναμώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δυναμώνω
εσύνα δυναμώνεις
αυτός/ή/όνα δυναμώνει
εμείςνα δυναμώνουμε
εσείςνα δυναμώνετε
αυτοί/ές/άνα δυναμώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δυναμώσει
εσύνα έχεις δυναμώσει
αυτός/ή/όνα έχει δυναμώσει
εμείςνα έχουμε δυναμώσει
εσείςνα έχετε δυναμώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δυναμώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δυναμώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δυναμώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

δυναμωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δυνάμωνα
εσύθα δυνάμωνες
αυτός/ή/όθα δυνάμωνε
εμείςθα δυναμώναμε
εσείςθα δυναμώνατε
αυτοί/ές/άθα δυνάμωναν