BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δονώ

вибрировать, трясти

vibrate, shake

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδονώ
εσύδονείς
αυτός/ή/όδονεί
εμείςδονούμε
εσείςδονείτε
αυτοί/ές/άδονούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδόνησα
εσύδόνησες
αυτός/ή/όδόνησε
εμείςδονήσαμε
εσείςδονήσατε
αυτοί/ές/άδόνησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δονήσω
εσύθα δονήσεις
αυτός/ή/όθα δονήσει
εμείςθα δονήσουμε
εσείςθα δονήσετε
αυτοί/ές/άθα δονήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδονούσα
εσύδονούσες
αυτός/ή/όδονούσε
εμείςδονούσαμε
εσείςδονούσατε
αυτοί/ές/άδονούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δονώ
εσύθα δονείς
αυτός/ή/όθα δονεί
εμείςθα δονούμε
εσείςθα δονείτε
αυτοί/ές/άθα δονούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δονήσει
εσύέχεις δονήσει
αυτός/ή/όέχει δονήσει
εμείςέχουμε δονήσει
εσείςέχετε δονήσει
αυτοί/ές/άέχουν δονήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δονήσει
εσύείχες δονήσει
αυτός/ή/όείχε δονήσει
εμείςείχαμε δονήσει
εσείςείχατε δονήσει
αυτοί/ές/άείχαν δονήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δονήσει
εσύθα έχεις δονήσει
αυτός/ή/όθα έχει δονήσει
εμείςθα έχουμε δονήσει
εσείςθα έχετε δονήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δονήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδόνησε
εσείςδονήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδονείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δονήσω
εσύνα δονήσεις
αυτός/ή/όνα δονήσει
εμείςνα δονήσουμε
εσείςνα δονήσετε
αυτοί/ές/άνα δονήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δονώ
εσύνα δονείς
αυτός/ή/όνα δονεί
εμείςνα δονούμε
εσείςνα δονείτε
αυτοί/ές/άνα δονούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δονήσει
εσύνα έχεις δονήσει
αυτός/ή/όνα έχει δονήσει
εμείςνα έχουμε δονήσει
εσείςνα έχετε δονήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δονήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δονήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δονώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δονούσα
εσύθα δονούσες
αυτός/ή/όθα δονούσε
εμείςθα δονούσαμε
εσείςθα δονούσατε
αυτοί/ές/άθα δονούσαν