BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διοχετεύομαι

направляться по каналу

be channeled

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιοχετεύομαι
εσύδιοχετεύεσαι
αυτός/ή/όδιοχετεύεται
εμείςδιοχετευόμαστε
εσείςδιοχετεύεστε
αυτοί/ές/άδιοχετεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιοχετεύτηκα
εσύδιοχετεύτηκες
αυτός/ή/όδιοχετεύτηκε
εμείςδιοχετευτήκαμε
εσείςδιοχετευτήκατε
αυτοί/ές/άδιοχετεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διοχετευτώ
εσύθα διοχετευτείς
αυτός/ή/όθα διοχετευτεί
εμείςθα διοχετευτούμε
εσείςθα διοχετευτείτε
αυτοί/ές/άθα διοχετευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιοχετευόμουν
εσύδιοχετευόσουν
αυτός/ή/όδιοχετευόταν
εμείςδιοχετευόμαστε
εσείςδιοχετευόσαστε
αυτοί/ές/άδιοχετεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διοχετεύομαι
εσύθα διοχετεύεσαι
αυτός/ή/όθα διοχετεύεται
εμείςθα διοχετευόμαστε
εσείςθα διοχετεύεστε
αυτοί/ές/άθα διοχετεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διοχετευτεί
εσύέχεις διοχετευτεί
αυτός/ή/όέχει διοχετευτεί
εμείςέχουμε διοχετευτεί
εσείςέχετε διοχετευτεί
αυτοί/ές/άέχουν διοχετευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διοχετευτεί
εσύείχες διοχετευτεί
αυτός/ή/όείχε διοχετευτεί
εμείςείχαμε διοχετευτεί
εσείςείχατε διοχετευτεί
αυτοί/ές/άείχαν διοχετευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διοχετευτεί
εσύθα έχεις διοχετευτεί
αυτός/ή/όθα έχει διοχετευτεί
εμείςθα έχουμε διοχετευτεί
εσείςθα έχετε διοχετευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν διοχετευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιοχετεύσου
εσείςδιοχετευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιοχετεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διοχετευτώ
εσύνα διοχετευτείς
αυτός/ή/όνα διοχετευτεί
εμείςνα διοχετευτούμε
εσείςνα διοχετευτείτε
αυτοί/ές/άνα διοχετευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διοχετεύομαι
εσύνα διοχετεύεσαι
αυτός/ή/όνα διοχετεύεται
εμείςνα διοχετευόμαστε
εσείςνα διοχετεύεστε
αυτοί/ές/άνα διοχετεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διοχετευτεί
εσύνα έχεις διοχετευτεί
αυτός/ή/όνα έχει διοχετευτεί
εμείςνα έχουμε διοχετευτεί
εσείςνα έχετε διοχετευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν διοχετευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διοχετευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διοχετευτώ
εσύθα διοχετευτείς
αυτός/ή/όθα διοχετευτεί
εμείςθα διοχετευτούμε
εσείςθα διοχετευτείτε
αυτοί/ές/άθα διοχετευτούν