BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διογκώνω

раздувать, надувать

swell, inflate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιογκώνω
εσύδιογκώνεις
αυτός/ή/όδιογκώνει
εμείςδιογκώνουμε
εσείςδιογκώνετε
αυτοί/ές/άδιογκώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιόγκωσα
εσύδιόγκωσες
αυτός/ή/όδιόγκωσε
εμείςδιογκώσαμε
εσείςδιογκώσατε
αυτοί/ές/άδιόγκωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διογκώσω
εσύθα διογκώσεις
αυτός/ή/όθα διογκώσει
εμείςθα διογκώσουμε
εσείςθα διογκώσετε
αυτοί/ές/άθα διογκώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιόγκωνα
εσύδιόγκωνες
αυτός/ή/όδιόγκωνε
εμείςδιογκώναμε
εσείςδιογκώνατε
αυτοί/ές/άδιόγκωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διογκώνω
εσύθα διογκώνεις
αυτός/ή/όθα διογκώνει
εμείςθα διογκώνουμε
εσείςθα διογκώνετε
αυτοί/ές/άθα διογκώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διογκώσει
εσύέχεις διογκώσει
αυτός/ή/όέχει διογκώσει
εμείςέχουμε διογκώσει
εσείςέχετε διογκώσει
αυτοί/ές/άέχουν διογκώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διογκώσει
εσύείχες διογκώσει
αυτός/ή/όείχε διογκώσει
εμείςείχαμε διογκώσει
εσείςείχατε διογκώσει
αυτοί/ές/άείχαν διογκώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διογκώσει
εσύθα έχεις διογκώσει
αυτός/ή/όθα έχει διογκώσει
εμείςθα έχουμε διογκώσει
εσείςθα έχετε διογκώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διογκώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιόγκωσε
εσείςδιογκώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιόγκωνε
εσείςδιογκώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διογκώσω
εσύνα διογκώσεις
αυτός/ή/όνα διογκώσει
εμείςνα διογκώσουμε
εσείςνα διογκώσετε
αυτοί/ές/άνα διογκώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διογκώνω
εσύνα διογκώνεις
αυτός/ή/όνα διογκώνει
εμείςνα διογκώνουμε
εσείςνα διογκώνετε
αυτοί/ές/άνα διογκώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διογκώσει
εσύνα έχεις διογκώσει
αυτός/ή/όνα έχει διογκώσει
εμείςνα έχουμε διογκώσει
εσείςνα έχετε διογκώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διογκώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διογκώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διογκώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διόγκωνα
εσύθα διόγκωνες
αυτός/ή/όθα διόγκωνε
εμείςθα διογκώναμε
εσείςθα διογκώνατε
αυτοί/ές/άθα διόγκωναν