BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δικαιώνω

воздавать должное, оправдывать

do justice, vindicate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδικαιώνω
εσύδιακαιώνεις
αυτός/ή/όδικαιώνει
εμείςδικαιώνουμε
εσείςδικαιώνετε
αυτοί/ές/άδικαιώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδικαίωσα
εσύδικαίωσες
αυτός/ή/όδιαίωσε
εμείςδικαιώσαμε
εσείςδικαιώσατε
αυτοί/ές/άδικαίωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δικαιώσω
εσύθα δικαιώσεις
αυτός/ή/όθα δικαιώσει
εμείςθα δικαιώσουμε
εσείςθα δικαιώσετε
αυτοί/ές/άθα δικαιώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδικαίωνα
εσύδικαίωνες
αυτός/ή/όδικαίωνε
εμείςδικαιώναμε
εσείςδικαιώνατε
αυτοί/ές/άδικαίωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δικαιώνω
εσύθα διακαιώνεις
αυτός/ή/όθα δικαιώνει
εμείςθα δικαιώνουμε
εσείςθα δικαιώνετε
αυτοί/ές/άθα δικαιώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δικαιώσει
εσύέχεις δικαιώσει
αυτός/ή/όέχει δικαιώσει
εμείςέχουμε δικαιώσει
εσείςέχετε δικαιώσει
αυτοί/ές/άέχουν δικαιώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δικαιώσει
εσύείχες δικαιώσει
αυτός/ή/όείχε δικαιώσει
εμείςείχαμε δικαιώσει
εσείςείχατε δικαιώσει
αυτοί/ές/άείχαν δικαιώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δικαιώσει
εσύθα έχεις δικαιώσει
αυτός/ή/όθα έχει δικαιώσει
εμείςθα έχουμε δικαιώσει
εσείςθα έχετε δικαιώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δικαιώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδικαίωσε
εσείςδικαιώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδικαίωνε
εσείςδικαιώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δικαιώσω
εσύνα δικαιώσεις
αυτός/ή/όνα δικαιώσει
εμείςνα δικαιώσουμε
εσείςνα δικαιώσετε
αυτοί/ές/άνα δικαιώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δικαιώνω
εσύνα διακαιώνεις
αυτός/ή/όνα δικαιώνει
εμείςνα δικαιώνουμε
εσείςνα δικαιώνετε
αυτοί/ές/άνα δικαιώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δικαιώσει
εσύνα έχεις δικαιώσει
αυτός/ή/όνα έχει δικαιώσει
εμείςνα έχουμε δικαιώσει
εσείςνα έχετε δικαιώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δικαιώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δικαιώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δικαιώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δικαίωνα
εσύθα δικαίωνες
αυτός/ή/όθα δικαίωνε
εμείςθα δικαιώναμε
εσείςθα δικαιώνατε
αυτοί/ές/άθα δικαίωναν