BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δικάζω

судить, привлекать к суду, рассматривать дело

judge, put on trial, try

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδικάζω
εσύδικάζεις
αυτός/ή/όδικάζει
εμείςδικάζουμε
εσείςδικάζετε
αυτοί/ές/άδικάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδίκασα
εσύδίκασες
αυτός/ή/όδίκασε
εμείςδικάσαμε
εσείςδικάσατε
αυτοί/ές/άδίκασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δικάσω
εσύθα δικάσεις
αυτός/ή/όθα δικάσει
εμείςθα δικάσουμε
εσείςθα δικάσετε
αυτοί/ές/άθα δικάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδίκαζα
εσύδίκαζες
αυτός/ή/όδίκαζε
εμείςδικάζαμε
εσείςδικάζατε
αυτοί/ές/άδίκαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δικάζω
εσύθα δικάζεις
αυτός/ή/όθα δικάζει
εμείςθα δικάζουμε
εσείςθα δικάζετε
αυτοί/ές/άθα δικάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δικάσει
εσύέχεις δικάσει
αυτός/ή/όέχει δικάσει
εμείςέχουμε δικάσει
εσείςέχετε δικάσει
αυτοί/ές/άέχουν δικάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δικάσει
εσύείχες δικάσει
αυτός/ή/όείχε δικάσει
εμείςείχαμε δικάσει
εσείςείχατε δικάσει
αυτοί/ές/άείχαν δικάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δικάσει
εσύθα έχεις δικάσει
αυτός/ή/όθα έχει δικάσει
εμείςθα έχουμε δικάσει
εσείςθα έχετε δικάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν δικάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδίκασε
εσείςδικάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδίκαζε
εσείςδικάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δικάσω
εσύνα δικάσεις
αυτός/ή/όνα δικάσει
εμείςνα δικάσουμε
εσείςνα δικάσετε
αυτοί/ές/άνα δικάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δικάζω
εσύνα δικάζεις
αυτός/ή/όνα δικάζει
εμείςνα δικάζουμε
εσείςνα δικάζετε
αυτοί/ές/άνα δικάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δικάσει
εσύνα έχεις δικάσει
αυτός/ή/όνα έχει δικάσει
εμείςνα έχουμε δικάσει
εσείςνα έχετε δικάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν δικάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δικάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

δικάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δίκαζα
εσύθα δίκαζες
αυτός/ή/όθα δίκαζε
εμείςθα δικάζαμε
εσείςθα δικάζατε
αυτοί/ές/άθα δίκαζαν