BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διεξάγω

проводить, осуществлять

conduct, carry out

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιεξάγω
εσύδιεξάγεις
αυτός/ή/όδιεξάγει
εμείςδιεξάγουμε
εσείςδιεξάγετε
αυτοί/ές/άδιεξάγουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιεξήγαγα
εσύδιεξήγαξες
αυτός/ή/όδιεξήξαγε
εμείςδιεξαγάγαμε
εσείςδιεξαγάγατε
αυτοί/ές/άδιεξήγαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διεξαγάγω
εσύθα διεξαγάγεις
αυτός/ή/όθα διεξαγάγει
εμείςθα διεξαγάγουμε
εσείςθα διεξαγάγετε
αυτοί/ές/άθα διεξαγάγουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιεξήγα
εσύδιεξήγες
αυτός/ή/όδιεξήγε
εμείςδιεξάγαμε
εσείςδιεξάγατε
αυτοί/ές/άδιεξήγαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διεξάγω
εσύθα διεξάγεις
αυτός/ή/όθα διεξάγει
εμείςθα διεξάγουμε
εσείςθα διεξάγετε
αυτοί/ές/άθα διεξάγουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διεξαγάγει
εσύέχεις διεξαγάγει
αυτός/ή/όέχει διεξαγάγει
εμείςέχουμε διεξαγάγει
εσείςέχετε διεξαγάγει
αυτοί/ές/άέχουν διεξαγάγει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διεξαγάγει
εσύείχες διεξαγάγει
αυτός/ή/όείχε διεξαγάγει
εμείςείχαμε διεξαγάγει
εσείςείχατε διεξαγάγει
αυτοί/ές/άείχαν διεξαγάγει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διεξαγάγει
εσύθα έχεις διεξαγάγει
αυτός/ή/όθα έχει διεξαγάγει
εμείςθα έχουμε διεξαγάγει
εσείςθα έχετε διεξαγάγει
αυτοί/ές/άθα έχουν διεξαγάγει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιεξάγαγε
εσείςδιεξαγάγετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιεξάγετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διεξαγάγω
εσύνα διεξαγάγεις
αυτός/ή/όνα διεξαγάγει
εμείςνα διεξαγάγουμε
εσείςνα διεξαγάγετε
αυτοί/ές/άνα διεξαγάγουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διεξάγω
εσύνα διεξάγεις
αυτός/ή/όνα διεξάγει
εμείςνα διεξάγουμε
εσείςνα διεξάγετε
αυτοί/ές/άνα διεξάγουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διεξαγάγει
εσύνα έχεις διεξαγάγει
αυτός/ή/όνα έχει διεξαγάγει
εμείςνα έχουμε διεξαγάγει
εσείςνα έχετε διεξαγάγει
αυτοί/ές/άνα έχουν διεξαγάγει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διεξαγάγει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διεξάγοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διεξήγα
εσύθα διεξήγες
αυτός/ή/όθα διεξήγε
εμείςθα διεξάγαμε
εσείςθα διεξάγατε
αυτοί/ές/άθα διεξήγαν