BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διαστρεβλώνω

деформировать, искажать

deform, distort

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιαστρεβλώνω
εσύδιαστρεβλώνεις
αυτός/ή/όδιαστρεβλώνει
εμείςδιαστρεβλώνουμε
εσείςδιαστρεβλώνετε
αυτοί/ές/άδιαστρεβλώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιαστρέβλωσα
εσύδιαστρέβλωσες
αυτός/ή/όδιαστρέβλωσε
εμείςδιαστρεβλώσαμε
εσείςδιαστρεβλώσατε
αυτοί/ές/άδιαστρέβλωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διαστρεβλώσω
εσύθα διαστρεβλώσεις
αυτός/ή/όθα διαστρεβλώσει
εμείςθα διαστρεβλώσουμε
εσείςθα διαστρεβλώσετε
αυτοί/ές/άθα διαστρεβλώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιαστρέβλωνα
εσύδιαστρέβλωνες
αυτός/ή/όδιαστρέβλωνε
εμείςδιαστρεβλώναμε
εσείςδιαστρεβλώνατε
αυτοί/ές/άδιαστρέβλωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διαστρεβλώνω
εσύθα διαστρεβλώνεις
αυτός/ή/όθα διαστρεβλώνει
εμείςθα διαστρεβλώνουμε
εσείςθα διαστρεβλώνετε
αυτοί/ές/άθα διαστρεβλώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διαστρεβλώσει
εσύέχεις διαστρεβλώσει
αυτός/ή/όέχει διαστρεβλώσει
εμείςέχουμε διαστρεβλώσει
εσείςέχετε διαστρεβλώσει
αυτοί/ές/άέχουν διαστρεβλώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διαστρεβλώσει
εσύείχες διαστρεβλώσει
αυτός/ή/όείχε διαστρεβλώσει
εμείςείχαμε διαστρεβλώσει
εσείςείχατε διαστρεβλώσει
αυτοί/ές/άείχαν διαστρεβλώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διαστρεβλώσει
εσύθα έχεις διαστρεβλώσει
αυτός/ή/όθα έχει διαστρεβλώσει
εμείςθα έχουμε διαστρεβλώσει
εσείςθα έχετε διαστρεβλώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διαστρεβλώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιαστρέβλωσε
εσείςδιαστρεβλώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιαστρέβλωνε
εσείςδιαστρεβλώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διαστρεβλώσω
εσύνα διαστρεβλώσεις
αυτός/ή/όνα διαστρεβλώσει
εμείςνα διαστρεβλώσουμε
εσείςνα διαστρεβλώσετε
αυτοί/ές/άνα διαστρεβλώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διαστρεβλώνω
εσύνα διαστρεβλώνεις
αυτός/ή/όνα διαστρεβλώνει
εμείςνα διαστρεβλώνουμε
εσείςνα διαστρεβλώνετε
αυτοί/ές/άνα διαστρεβλώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διαστρεβλώσει
εσύνα έχεις διαστρεβλώσει
αυτός/ή/όνα έχει διαστρεβλώσει
εμείςνα έχουμε διαστρεβλώσει
εσείςνα έχετε διαστρεβλώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διαστρεβλώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διαστρεβλώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διαστρεβλώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διαστρέβλωνα
εσύθα διαστρέβλωνες
αυτός/ή/όθα διαστρέβλωνε
εμείςθα διαστρεβλώναμε
εσείςθα διαστρεβλώνατε
αυτοί/ές/άθα διαστρέβλωναν