BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διασκορπίζω

рассеивать, разбрасывать

disperse, scatter

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιασκορπίζω
εσύδιασκορπίζεις
αυτός/ή/όδιασκορπίζει
εμείςδιασκορπίζουμε
εσείςδιασκορπίζετε
αυτοί/ές/άδιασκορπίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιασκόρπισα
εσύδιασκόρπισες
αυτός/ή/όδιασκόρπισε
εμείςδιασκορπίσαμε
εσείςδιασκορπίσατε
αυτοί/ές/άδιασκόρπισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διασκορπίσω
εσύθα διασκορπίσεις
αυτός/ή/όθα διασκορπίσει
εμείςθα διασκορπίσουμε
εσείςθα διασκορπίσετε
αυτοί/ές/άθα διασκορπίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιασκόρπιζα
εσύδιασκόρπιζες
αυτός/ή/όδιασκόρπιζε
εμείςδιασκορπίζαμε
εσείςδιασκορπίζατε
αυτοί/ές/άδιασκόρπιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διασκορπίζω
εσύθα διασκορπίζεις
αυτός/ή/όθα διασκορπίζει
εμείςθα διασκορπίζουμε
εσείςθα διασκορπίζετε
αυτοί/ές/άθα διασκορπίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διασκορπίσει
εσύέχεις διασκορπίσει
αυτός/ή/όέχει διασκορπίσει
εμείςέχουμε διασκορπίσει
εσείςέχετε διασκορπίσει
αυτοί/ές/άέχουν διασκορπίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διασκορπίσει
εσύείχες διασκορπίσει
αυτός/ή/όείχε διασκορπίσει
εμείςείχαμε διασκορπίσει
εσείςείχατε διασκορπίσει
αυτοί/ές/άείχαν διασκορπίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διασκορπίσει
εσύθα έχεις διασκορπίσει
αυτός/ή/όθα έχει διασκορπίσει
εμείςθα έχουμε διασκορπίσει
εσείςθα έχετε διασκορπίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διασκορπίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιασκόρπισε
εσείςδιασκορπίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιασκόρπιζε
εσείςδιασκορπίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διασκορπίσω
εσύνα διασκορπίσεις
αυτός/ή/όνα διασκορπίσει
εμείςνα διασκορπίσουμε
εσείςνα διασκορπίσετε
αυτοί/ές/άνα διασκορπίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διασκορπίζω
εσύνα διασκορπίζεις
αυτός/ή/όνα διασκορπίζει
εμείςνα διασκορπίζουμε
εσείςνα διασκορπίζετε
αυτοί/ές/άνα διασκορπίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διασκορπίσει
εσύνα έχεις διασκορπίσει
αυτός/ή/όνα έχει διασκορπίσει
εμείςνα έχουμε διασκορπίσει
εσείςνα έχετε διασκορπίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διασκορπίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διασκορπίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διασκορπίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διασκόρπιζα
εσύθα διασκόρπιζες
αυτός/ή/όθα διασκόρπιζε
εμείςθα διασκορπίζαμε
εσείςθα διασκορπίζατε
αυτοί/ές/άθα διασκόρπιζαν