BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

διαρκώ

длиться, выдерживать, продолжаться

last, endure, continue

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιαρκώ
εσύδιαρκείς
αυτός/ή/όδιαρκεί
εμείςδιαρκούμε
εσείςδιαρκείτε
αυτοί/ές/άδιαρκούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιάρκεσα
εσύδιάρκεσες
αυτός/ή/όδιάρκεσε
εμείςδιαρκέσαμε
εσείςδιαρκέσατε
αυτοί/ές/άδιάρκεσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διαρκέσω
εσύθα διαρκέσεις
αυτός/ή/όθα διαρκέσει
εμείςθα διαρκέσουμε
εσείςθα διαρκέσετε
αυτοί/ές/άθα διαρκέσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιαρκούσα
εσύδιαρκούσες
αυτός/ή/όδιαρκούσε
εμείςδιαρκούσαμε
εσείςδιαρκούσατε
αυτοί/ές/άδιαρκούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διαρκώ
εσύθα διαρκείς
αυτός/ή/όθα διαρκεί
εμείςθα διαρκούμε
εσείςθα διαρκείτε
αυτοί/ές/άθα διαρκούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διαρκέσει
εσύέχεις διαρκέσει
αυτός/ή/όέχει διαρκέσει
εμείςέχουμε διαρκέσει
εσείςέχετε διαρκέσει
αυτοί/ές/άέχουν διαρκέσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διαρκέσει
εσύείχες διαρκέσει
αυτός/ή/όείχε διαρκέσει
εμείςείχαμε διαρκέσει
εσείςείχατε διαρκέσει
αυτοί/ές/άείχαν διαρκέσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διαρκέσει
εσύθα έχεις διαρκέσει
αυτός/ή/όθα έχει διαρκέσει
εμείςθα έχουμε διαρκέσει
εσείςθα έχετε διαρκέσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διαρκέσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιάρκεσε
εσείςδιαρκέστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιαρκείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διαρκέσω
εσύνα διαρκέσεις
αυτός/ή/όνα διαρκέσει
εμείςνα διαρκέσουμε
εσείςνα διαρκέσετε
αυτοί/ές/άνα διαρκέσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διαρκώ
εσύνα διαρκείς
αυτός/ή/όνα διαρκεί
εμείςνα διαρκούμε
εσείςνα διαρκείτε
αυτοί/ές/άνα διαρκούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διαρκέσει
εσύνα έχεις διαρκέσει
αυτός/ή/όνα έχει διαρκέσει
εμείςνα έχουμε διαρκέσει
εσείςνα έχετε διαρκέσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διαρκέσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διαρκέσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διαρκώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διαρκούσα
εσύθα διαρκούσες
αυτός/ή/όθα διαρκούσε
εμείςθα διαρκούσαμε
εσείςθα διαρκούσατε
αυτοί/ές/άθα διαρκούσαν