BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διαπιστώνω

осознавать, устанавливать, удостоверяться

realize, ascertain, make sure of

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιαπιστώνω
εσύδιαπιστώνεις
αυτός/ή/όδιαπιστώνει
εμείςδιαπιστώνουμε
εσείςδιαπιστώνετε
αυτοί/ές/άδιαπιστώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιαπίστωσα
εσύδιαπίστωσες
αυτός/ή/όδιαπίστωσε
εμείςδιαπιστώσαμε
εσείςδιαπιστώσατε
αυτοί/ές/άδιαπίστωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διαπιστώσω
εσύθα διαπιστώσεις
αυτός/ή/όθα διαπιστώσει
εμείςθα διαπιστώσουμε
εσείςθα διαπιστώσετε
αυτοί/ές/άθα διαπιστώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιαπίστωνα
εσύδιαπίστωνες
αυτός/ή/όδιαπίστωνε
εμείςδιαπιστώναμε
εσείςδιαπιστώνατε
αυτοί/ές/άδιαπίστωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διαπιστώνω
εσύθα διαπιστώνεις
αυτός/ή/όθα διαπιστώνει
εμείςθα διαπιστώνουμε
εσείςθα διαπιστώνετε
αυτοί/ές/άθα διαπιστώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διαπιστώσει
εσύέχεις διαπιστώσει
αυτός/ή/όέχει διαπιστώσει
εμείςέχουμε διαπιστώσει
εσείςέχετε διαπιστώσει
αυτοί/ές/άέχουν διαπιστώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διαπιστώσει
εσύείχες διαπιστώσει
αυτός/ή/όείχε διαπιστώσει
εμείςείχαμε διαπιστώσει
εσείςείχατε διαπιστώσει
αυτοί/ές/άείχαν διαπιστώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διαπιστώσει
εσύθα έχεις διαπιστώσει
αυτός/ή/όθα έχει διαπιστώσει
εμείςθα έχουμε διαπιστώσει
εσείςθα έχετε διαπιστώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διαπιστώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιαπίστωσε
εσείςδιαπιστώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιαπίστωνε
εσείςδιαπιστώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διαπιστώσω
εσύνα διαπιστώσεις
αυτός/ή/όνα διαπιστώσει
εμείςνα διαπιστώσουμε
εσείςνα διαπιστώσετε
αυτοί/ές/άνα διαπιστώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διαπιστώνω
εσύνα διαπιστώνεις
αυτός/ή/όνα διαπιστώνει
εμείςνα διαπιστώνουμε
εσείςνα διαπιστώνετε
αυτοί/ές/άνα διαπιστώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διαπιστώσει
εσύνα έχεις διαπιστώσει
αυτός/ή/όνα έχει διαπιστώσει
εμείςνα έχουμε διαπιστώσει
εσείςνα έχετε διαπιστώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διαπιστώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διαπιστώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διαπιστώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διαπίστωνα
εσύθα διαπίστωνες
αυτός/ή/όθα διαπίστωνε
εμείςθα διαπιστώναμε
εσείςθα διαπιστώνατε
αυτοί/ές/άθα διαπίστωναν