BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διανυκτερεύω

проводить ночь

spend the night

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιανυκτερεύω
εσύδιανυκτερεύεις
αυτός/ή/όδιανυκτερεύει
εμείςδιανυκτερεύουμε
εσείςδιανυκτερεύετε
αυτοί/ές/άδιανυκτερεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιανυκτέρευσα
εσύδιανυκτέρευσες
αυτός/ή/όδιανυκτέρευσε
εμείςδιανυκτερεύσαμε
εσείςδιανυκτερεύσατε
αυτοί/ές/άδιανυκτέρευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διανυκτερεύσω
εσύθα διανυκτερεύσεις
αυτός/ή/όθα διανυκτερεύσει
εμείςθα διανυκτερεύσουμε
εσείςθα διανυκτερεύσετε
αυτοί/ές/άθα διανυκτερεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιανυκτέρευα
εσύδιανυκτέρευες
αυτός/ή/όδιανυκτέρευε
εμείςδιανυκτερεύαμε
εσείςδιανυκτερεύατε
αυτοί/ές/άδιανυκτέρευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διανυκτερεύω
εσύθα διανυκτερεύεις
αυτός/ή/όθα διανυκτερεύει
εμείςθα διανυκτερεύουμε
εσείςθα διανυκτερεύετε
αυτοί/ές/άθα διανυκτερεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διανυκτερεύσει
εσύέχεις διανυκτερεύσει
αυτός/ή/όέχει διανυκτερεύσει
εμείςέχουμε διανυκτερεύσει
εσείςέχετε διανυκτερεύσει
αυτοί/ές/άέχουν διανυκτερεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διανυκτερεύσει
εσύείχες διανυκτερεύσει
αυτός/ή/όείχε διανυκτερεύσει
εμείςείχαμε διανυκτερεύσει
εσείςείχατε διανυκτερεύσει
αυτοί/ές/άείχαν διανυκτερεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διανυκτερεύσει
εσύθα έχεις διανυκτερεύσει
αυτός/ή/όθα έχει διανυκτερεύσει
εμείςθα έχουμε διανυκτερεύσει
εσείςθα έχετε διανυκτερεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διανυκτερεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιανυκτέρευσε
εσείςδιανυκτερεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύδιανυκτέρευε
εσείςδιανυκτερεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διανυκτερεύσω
εσύνα διανυκτερεύσεις
αυτός/ή/όνα διανυκτερεύσει
εμείςνα διανυκτερεύσουμε
εσείςνα διανυκτερεύσετε
αυτοί/ές/άνα διανυκτερεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διανυκτερεύω
εσύνα διανυκτερεύεις
αυτός/ή/όνα διανυκτερεύει
εμείςνα διανυκτερεύουμε
εσείςνα διανυκτερεύετε
αυτοί/ές/άνα διανυκτερεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διανυκτερεύσει
εσύνα έχεις διανυκτερεύσει
αυτός/ή/όνα έχει διανυκτερεύσει
εμείςνα έχουμε διανυκτερεύσει
εσείςνα έχετε διανυκτερεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διανυκτερεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διανυκτερεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διανυκτερεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διανυκτέρευα
εσύθα διανυκτέρευες
αυτός/ή/όθα διανυκτέρευε
εμείςθα διανυκτερεύαμε
εσείςθα διανυκτερεύατε
αυτοί/ές/άθα διανυκτέρευαν