BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διανοίγομαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιανοίγομαι
εσύδιανοίγεσαι
αυτός/ή/όδιανοίγεται
εμείςδιανοιγόμαστε
εσείςδιανοίγεστε
αυτοί/ές/άδιανοίγονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιανοίχτηκα
εσύδιανοίχτηκες
αυτός/ή/όδιανοίχτηκε
εμείςδιανοιχτήκαμε
εσείςδιανοιχτήκατε
αυτοί/ές/άδιανοίχτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διανοιχτώ
εσύθα διανοιχτείς
αυτός/ή/όθα διανοιχτεί
εμείςθα διανοιχτούμε
εσείςθα διανοιχτείτε
αυτοί/ές/άθα διανοιχτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιανοιγόμουν
εσύδιανοιγόσουν
αυτός/ή/όδιανοιγόταν
εμείςδιανοιγόμαστε
εσείςδιανοιγόσαστε
αυτοί/ές/άδιανοίγονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διανοίγομαι
εσύθα διανοίγεσαι
αυτός/ή/όθα διανοίγεται
εμείςθα διανοιγόμαστε
εσείςθα διανοίγεστε
αυτοί/ές/άθα διανοίγονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διανοιχτεί
εσύέχεις διανοιχτεί
αυτός/ή/όέχει διανοιχτεί
εμείςέχουμε διανοιχτεί
εσείςέχετε διανοιχτεί
αυτοί/ές/άέχουν διανοιχτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διανοιχτεί
εσύείχες διανοιχτεί
αυτός/ή/όείχε διανοιχτεί
εμείςείχαμε διανοιχτεί
εσείςείχατε διανοιχτεί
αυτοί/ές/άείχαν διανοιχτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διανοιχτεί
εσύθα έχεις διανοιχτεί
αυτός/ή/όθα έχει διανοιχτεί
εμείςθα έχουμε διανοιχτεί
εσείςθα έχετε διανοιχτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν διανοιχτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιανοίξου
εσείςδιανοιχτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιανοίγεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διανοιχτώ
εσύνα διανοιχτείς
αυτός/ή/όνα διανοιχτεί
εμείςνα διανοιχτούμε
εσείςνα διανοιχτείτε
αυτοί/ές/άνα διανοιχτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διανοίγομαι
εσύνα διανοίγεσαι
αυτός/ή/όνα διανοίγεται
εμείςνα διανοιγόμαστε
εσείςνα διανοίγεστε
αυτοί/ές/άνα διανοίγονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διανοιχτεί
εσύνα έχεις διανοιχτεί
αυτός/ή/όνα έχει διανοιχτεί
εμείςνα έχουμε διανοιχτεί
εσείςνα έχετε διανοιχτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν διανοιχτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διανοιχτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διανοιχτώ
εσύθα διανοιχτείς
αυτός/ή/όθα διανοιχτεί
εμείςθα διανοιχτούμε
εσείςθα διανοιχτείτε
αυτοί/ές/άθα διανοιχτούν