BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διακυβεύομαι

быть поставленным на карту

be at stake

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιακυβεύομαι
εσύδιακυβεύεσαι
αυτός/ή/όδιακυβεύεται
εμείςδιακυβευόμαστε
εσείςδιακυβεύεστε
αυτοί/ές/άδιακυβεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιακυβεύτηκα
εσύδιακυβεύτηκες
αυτός/ή/όδιακυβεύτηκε
εμείςδιακυβευτήκαμε
εσείςδιακυβευτήκατε
αυτοί/ές/άδιακυβεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διακυβευτώ
εσύθα διακυβευτείς
αυτός/ή/όθα διακυβευτεί
εμείςθα διακυβευτούμε
εσείςθα διακυβευτείτε
αυτοί/ές/άθα διακυβευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιακυβευόμουν
εσύδιακυβευόσουν
αυτός/ή/όδιακυβευόταν
εμείςδιακυβευόμαστε
εσείςδιαδυβευόσαστε
αυτοί/ές/άδιακυβεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διακυβεύομαι
εσύθα διακυβεύεσαι
αυτός/ή/όθα διακυβεύεται
εμείςθα διακυβευόμαστε
εσείςθα διακυβεύεστε
αυτοί/ές/άθα διακυβεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διακυβευτεί
εσύέχεις διακυβευτεί
αυτός/ή/όέχει διακυβευτεί
εμείςέχουμε διακυβευτεί
εσείςέχετε διακυβευτεί
αυτοί/ές/άέχουν διακυβευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διακυβευτεί
εσύείχες διακυβευτεί
αυτός/ή/όείχε διακυβευτεί
εμείςείχαμε διακυβευτεί
εσείςείχατε διακυβευτεί
αυτοί/ές/άείχαν διακυβευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διακυβευτεί
εσύθα έχεις διακυβευτεί
αυτός/ή/όθα έχει διακυβευτεί
εμείςθα έχουμε διακυβευτεί
εσείςθα έχετε διακυβευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν διακυβευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιακυβεύσου
εσείςδιακυβευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιακυβεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διακυβευτώ
εσύνα διακυβευτείς
αυτός/ή/όνα διακυβευτεί
εμείςνα διακυβευτούμε
εσείςνα διακυβευτείτε
αυτοί/ές/άνα διακυβευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διακυβεύομαι
εσύνα διακυβεύεσαι
αυτός/ή/όνα διακυβεύεται
εμείςνα διακυβευόμαστε
εσείςνα διακυβεύεστε
αυτοί/ές/άνα διακυβεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διακυβευτεί
εσύνα έχεις διακυβευτεί
αυτός/ή/όνα έχει διακυβευτεί
εμείςνα έχουμε διακυβευτεί
εσείςνα έχετε διακυβευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν διακυβευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διακυβευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διακυβευτώ
εσύθα διακυβευτείς
αυτός/ή/όθα διακυβευτεί
εμείςθα διακυβευτούμε
εσείςθα διακυβευτείτε
αυτοί/ές/άθα διακυβευτούν