BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

διαιρώ

делить, разделять, распределять, раскалывать

divide, partition, distribute, split

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδιαιρώ
εσύδιαιρείς
αυτός/ή/όδιαιρεί
εμείςδιαιρούμε
εσείςδιαιρείτε
αυτοί/ές/άδιαιρούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδιαίρεσα
εσύδιαίρεσες
αυτός/ή/όδιαίρεσε
εμείςδιαιρέσαμε
εσείςδιαιρέσατε
αυτοί/ές/άδιαίρεσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα διαιρέσω
εσύθα διαιρέσεις
αυτός/ή/όθα διαιρέσει
εμείςθα διαιρέσουμε
εσείςθα διαιρέσετε
αυτοί/ές/άθα διαιρέσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδιαιρούσα
εσύδιαιρούσες
αυτός/ή/όδιαιρούσε
εμείςδιαιρούσαμε
εσείςδιαιρούσατε
αυτοί/ές/άδιαιρούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα διαιρώ
εσύθα διαιρείς
αυτός/ή/όθα διαιρεί
εμείςθα διαιρούμε
εσείςθα διαιρείτε
αυτοί/ές/άθα διαιρούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω διαιρέσει
εσύέχεις διαιρέσει
αυτός/ή/όέχει διαιρέσει
εμείςέχουμε διαιρέσει
εσείςέχετε διαιρέσει
αυτοί/ές/άέχουν διαιρέσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα διαιρέσει
εσύείχες διαιρέσει
αυτός/ή/όείχε διαιρέσει
εμείςείχαμε διαιρέσει
εσείςείχατε διαιρέσει
αυτοί/ές/άείχαν διαιρέσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω διαιρέσει
εσύθα έχεις διαιρέσει
αυτός/ή/όθα έχει διαιρέσει
εμείςθα έχουμε διαιρέσει
εσείςθα έχετε διαιρέσει
αυτοί/ές/άθα έχουν διαιρέσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδιαίρεσε
εσείςδιαιρέστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδιαιρείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα διαιρέσω
εσύνα διαιρέσεις
αυτός/ή/όνα διαιρέσει
εμείςνα διαιρέσουμε
εσείςνα διαιρέσετε
αυτοί/ές/άνα διαιρέσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα διαιρώ
εσύνα διαιρείς
αυτός/ή/όνα διαιρεί
εμείςνα διαιρούμε
εσείςνα διαιρείτε
αυτοί/ές/άνα διαιρούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω διαιρέσει
εσύνα έχεις διαιρέσει
αυτός/ή/όνα έχει διαιρέσει
εμείςνα έχουμε διαιρέσει
εσείςνα έχετε διαιρέσει
αυτοί/ές/άνα έχουν διαιρέσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

διαιρέσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

διαιρώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα διαιρούσα
εσύθα διαιρούσες
αυτός/ή/όθα διαιρούσε
εμείςθα διαιρούσαμε
εσείςθα διαιρούσατε
αυτοί/ές/άθα διαιρούσαν