BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δασμολογούμαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδασμολογούμαι
εσύδασμολογείσαι
αυτός/ή/όδασμολογείται
εμείςδασμολογούμαστε
εσείςδασμολογείστε
αυτοί/ές/άδασμολογούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδασμολογήθηκα
εσύδασμολογήθηκες
αυτός/ή/όδασμολογήθηκε
εμείςδασμολογηθήκαμε
εσείςδασμολογηθήκατε
αυτοί/ές/άδασμολογήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δασμολογηθώ
εσύθα δασμολογηθείς
αυτός/ή/όθα δασμολογηθεί
εμείςθα δασμολογηθούμε
εσείςθα δασμολογηθείτε
αυτοί/ές/άθα δασμολογηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδασμολογούμουν
εσύδασμολογούσουν
αυτός/ή/όδασμολογούνταν
εμείςδασμολογούμαστε
εσείςδασμολογούσαστε
αυτοί/ές/άδασμολογούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δασμολογούμαι
εσύθα δασμολογείσαι
αυτός/ή/όθα δασμολογείται
εμείςθα δασμολογούμαστε
εσείςθα δασμολογείστε
αυτοί/ές/άθα δασμολογούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δασμολογηθεί
εσύέχεις δασμολογηθεί
αυτός/ή/όέχει δασμολογηθεί
εμείςέχουμε δασμολογηθεί
εσείςέχετε δασμολογηθεί
αυτοί/ές/άέχουν δασμολογηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δασμολογηθεί
εσύείχες δασμολογηθεί
αυτός/ή/όείχε δασμολογηθεί
εμείςείχαμε δασμολογηθεί
εσείςείχατε δασμολογηθεί
αυτοί/ές/άείχαν δασμολογηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δασμολογηθεί
εσύθα έχεις δασμολογηθεί
αυτός/ή/όθα έχει δασμολογηθεί
εμείςθα έχουμε δασμολογηθεί
εσείςθα έχετε δασμολογηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν δασμολογηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδασμολογήσου
εσείςδασμολογηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδασμολογείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δασμολογηθώ
εσύνα δασμολογηθείς
αυτός/ή/όνα δασμολογηθεί
εμείςνα δασμολογηθούμε
εσείςνα δασμολογηθείτε
αυτοί/ές/άνα δασμολογηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δασμολογούμαι
εσύνα δασμολογείσαι
αυτός/ή/όνα δασμολογείται
εμείςνα δασμολογούμαστε
εσείςνα δασμολογείστε
αυτοί/ές/άνα δασμολογούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δασμολογηθεί
εσύνα έχεις δασμολογηθεί
αυτός/ή/όνα έχει δασμολογηθεί
εμείςνα έχουμε δασμολογηθεί
εσείςνα έχετε δασμολογηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν δασμολογηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δασμολογηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δασμολογηθώ
εσύθα δασμολογηθείς
αυτός/ή/όθα δασμολογηθεί
εμείςθα δασμολογηθούμε
εσείςθα δασμολογηθείτε
αυτοί/ές/άθα δασμολογηθούν