BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

δασκαλεύομαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώδασκαλεύομαι
εσύδασκαλεύεσαι
αυτός/ή/όδασκαλεύεται
εμείςδασκαλευόμαστε
εσείςδασκαλεύεστε
αυτοί/ές/άδασκαλεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώδασκαλεύτηκα
εσύδασκαλεύτηκες
αυτός/ή/όδασκαλεύτηκε
εμείςδασκαλευτήκαμε
εσείςδασκαλευτήκατε
αυτοί/ές/άδασκαλεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα δασκαλευτώ
εσύθα δασκαλευτείς
αυτός/ή/όθα δασκαλευτεί
εμείςθα δασκαλευτούμε
εσείςθα δασκαλευτείτε
αυτοί/ές/άθα δασκαλευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώδασκαλευόμουν
εσύδασκαλευόσουν
αυτός/ή/όδασκαλευόταν
εμείςδασκαλευόμαστε
εσείςδασκαλευόσαστε
αυτοί/ές/άδασκαλεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα δασκαλεύομαι
εσύθα δασκαλεύεσαι
αυτός/ή/όθα δασκαλεύεται
εμείςθα δασκαλευόμαστε
εσείςθα δασκαλεύεστε
αυτοί/ές/άθα δασκαλεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω δασκαλευτεί
εσύέχεις δασκαλευτεί
αυτός/ή/όέχει δασκαλευτεί
εμείςέχουμε δασκαλευτεί
εσείςέχετε δασκαλευτεί
αυτοί/ές/άέχουν δασκαλευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα δασκαλευτεί
εσύείχες δασκαλευτεί
αυτός/ή/όείχε δασκαλευτεί
εμείςείχαμε δασκαλευτεί
εσείςείχατε δασκαλευτεί
αυτοί/ές/άείχαν δασκαλευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω δασκαλευτεί
εσύθα έχεις δασκαλευτεί
αυτός/ή/όθα έχει δασκαλευτεί
εμείςθα έχουμε δασκαλευτεί
εσείςθα έχετε δασκαλευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν δασκαλευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύδασκαλέψου
εσείςδασκαλευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςδασκαλεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα δασκαλευτώ
εσύνα δασκαλευτείς
αυτός/ή/όνα δασκαλευτεί
εμείςνα δασκαλευτούμε
εσείςνα δασκαλευτείτε
αυτοί/ές/άνα δασκαλευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα δασκαλεύομαι
εσύνα δασκαλεύεσαι
αυτός/ή/όνα δασκαλεύεται
εμείςνα δασκαλευόμαστε
εσείςνα δασκαλεύεστε
αυτοί/ές/άνα δασκαλεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω δασκαλευτεί
εσύνα έχεις δασκαλευτεί
αυτός/ή/όνα έχει δασκαλευτεί
εμείςνα έχουμε δασκαλευτεί
εσείςνα έχετε δασκαλευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν δασκαλευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

δασκαλευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα δασκαλευτώ
εσύθα δασκαλευτείς
αυτός/ή/όθα δασκαλευτεί
εμείςθα δασκαλευτούμε
εσείςθα δασκαλευτείτε
αυτοί/ές/άθα δασκαλευτούν