BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

γαζώνω

шить, прострачивать

sew, stitch

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώγαζώνω
εσύγαζώνεις
αυτός/ή/όγαζώνει
εμείςγαζώνουμε
εσείςγαζώνετε
αυτοί/ές/άγαζώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώγάζωσα
εσύγάζωσες
αυτός/ή/όγάζωσε
εμείςγαζώσαμε
εσείςγαζώσατε
αυτοί/ές/άγάζωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα γαζώσω
εσύθα γαζώσεις
αυτός/ή/όθα γαζώσει
εμείςθα γαζώσουμε
εσείςθα γαζώσετε
αυτοί/ές/άθα γαζώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώγάζωνα
εσύγάζωνες
αυτός/ή/όγάζωνε
εμείςγαζώναμε
εσείςγαζώνατε
αυτοί/ές/άγάζωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα γαζώνω
εσύθα γαζώνεις
αυτός/ή/όθα γαζώνει
εμείςθα γαζώνουμε
εσείςθα γαζώνετε
αυτοί/ές/άθα γαζώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω γαζώσει
εσύέχεις γαζώσει
αυτός/ή/όέχει γαζώσει
εμείςέχουμε γαζώσει
εσείςέχετε γαζώσει
αυτοί/ές/άέχουν γαζώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα γαζώσει
εσύείχες γαζώσει
αυτός/ή/όείχε γαζώσει
εμείςείχαμε γαζώσει
εσείςείχατε γαζώσει
αυτοί/ές/άείχαν γαζώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω γαζώσει
εσύθα έχεις γαζώσει
αυτός/ή/όθα έχει γαζώσει
εμείςθα έχουμε γαζώσει
εσείςθα έχετε γαζώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν γαζώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύγάζωσε
εσείςγαζώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύγάζωνε
εσείςγαζώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα γαζώσω
εσύνα γαζώσεις
αυτός/ή/όνα γαζώσει
εμείςνα γαζώσουμε
εσείςνα γαζώσετε
αυτοί/ές/άνα γαζώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα γαζώνω
εσύνα γαζώνεις
αυτός/ή/όνα γαζώνει
εμείςνα γαζώνουμε
εσείςνα γαζώνετε
αυτοί/ές/άνα γαζώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω γαζώσει
εσύνα έχεις γαζώσει
αυτός/ή/όνα έχει γαζώσει
εμείςνα έχουμε γαζώσει
εσείςνα έχετε γαζώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν γαζώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

γαζώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

γαζώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα γάζωνα
εσύθα γάζωνες
αυτός/ή/όθα γάζωνε
εμείςθα γαζώναμε
εσείςθα γαζώνατε
αυτοί/ές/άθα γάζωναν