BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βυθομετρώ

измерять глубину

fathom

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβυθομετρώ
εσύβυθομετρείς
αυτός/ή/όβυθομετρεί
εμείςβυθομετρούμε
εσείςβυθομετρείτε
αυτοί/ές/άβυθομετρούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβυθομέτρησα
εσύβυθομέτρησες
αυτός/ή/όβυθομέτρησε
εμείςβυθομετρήσαμε
εσείςβυθομετρήσατε
αυτοί/ές/άβυθομέτρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βυθομετρήσω
εσύθα βυθομετρήσεις
αυτός/ή/όθα βυθομετρήσει
εμείςθα βυθομετρήσουμε
εσείςθα βυθομετρήσετε
αυτοί/ές/άθα βυθομετρήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβυθομετρούσα
εσύβυθομετρούσες
αυτός/ή/όβυθομετρούσε
εμείςβυθομετρούσαμε
εσείςβυθομετρούσατε
αυτοί/ές/άβυθομετρούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βυθομετρώ
εσύθα βυθομετρείς
αυτός/ή/όθα βυθομετρεί
εμείςθα βυθομετρούμε
εσείςθα βυθομετρείτε
αυτοί/ές/άθα βυθομετρούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βυθομετρήσει
εσύέχεις βυθομετρήσει
αυτός/ή/όέχει βυθομετρήσει
εμείςέχουμε βυθομετρήσει
εσείςέχετε βυθομετρήσει
αυτοί/ές/άέχουν βυθομετρήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βυθομετρήσει
εσύείχες βυθομετρήσει
αυτός/ή/όείχε βυθομετρήσει
εμείςείχαμε βυθομετρήσει
εσείςείχατε βυθομετρήσει
αυτοί/ές/άείχαν βυθομετρήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βυθομετρήσει
εσύθα έχεις βυθομετρήσει
αυτός/ή/όθα έχει βυθομετρήσει
εμείςθα έχουμε βυθομετρήσει
εσείςθα έχετε βυθομετρήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν βυθομετρήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβυθομέτρησε
εσείςβυθομετρήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςβυθομετρείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βυθομετρήσω
εσύνα βυθομετρήσεις
αυτός/ή/όνα βυθομετρήσει
εμείςνα βυθομετρήσουμε
εσείςνα βυθομετρήσετε
αυτοί/ές/άνα βυθομετρήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βυθομετρώ
εσύνα βυθομετρείς
αυτός/ή/όνα βυθομετρεί
εμείςνα βυθομετρούμε
εσείςνα βυθομετρείτε
αυτοί/ές/άνα βυθομετρούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βυθομετρήσει
εσύνα έχεις βυθομετρήσει
αυτός/ή/όνα έχει βυθομετρήσει
εμείςνα έχουμε βυθομετρήσει
εσείςνα έχετε βυθομετρήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν βυθομετρήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βυθομετρήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βυθομετρώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βυθομετρούσα
εσύθα βυθομετρούσες
αυτός/ή/όθα βυθομετρούσε
εμείςθα βυθομετρούσαμε
εσείςθα βυθομετρούσατε
αυτοί/ές/άθα βυθομετρούσαν