BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βομβαρδίζω

бомбить, бомбардировать

bomb, bombard

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβομβαρδίζω
εσύβομβαρδίζεις
αυτός/ή/όβομβαρδίζει
εμείςβομβαρδίζουμε
εσείςβομβαρδίζετε
αυτοί/ές/άβομβαρδίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβομβάρδισα
εσύβομβάρδισες
αυτός/ή/όβομβάρδισε
εμείςβομβαρδίσαμε
εσείςβομβαρδίσατε
αυτοί/ές/άβομβάρδισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βομβαρδίσω
εσύθα βομβαρδίσεις
αυτός/ή/όθα βομβαρδίσει
εμείςθα βομβαρδίσουμε
εσείςθα βομβαρδίσετε
αυτοί/ές/άθα βομβαρδίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβομβάρδιζα
εσύβομβάρδιζες
αυτός/ή/όβομβάρδιζε
εμείςβομβαρδίζαμε
εσείςβομβαρδίζατε
αυτοί/ές/άβομβάρδιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βομβαρδίζω
εσύθα βομβαρδίζεις
αυτός/ή/όθα βομβαρδίζει
εμείςθα βομβαρδίζουμε
εσείςθα βομβαρδίζετε
αυτοί/ές/άθα βομβαρδίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βομβαρδίσει
εσύέχεις βομβαρδίσει
αυτός/ή/όέχει βομβαρδίσει
εμείςέχουμε βομβαρδίσει
εσείςέχετε βομβαρδίσει
αυτοί/ές/άέχουν βομβαρδίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βομβαρδίσει
εσύείχες βομβαρδίσει
αυτός/ή/όείχε βομβαρδίσει
εμείςείχαμε βομβαρδίσει
εσείςείχατε βομβαρδίσει
αυτοί/ές/άείχαν βομβαρδίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βομβαρδίσει
εσύθα έχεις βομβαρδίσει
αυτός/ή/όθα έχει βομβαρδίσει
εμείςθα έχουμε βομβαρδίσει
εσείςθα έχετε βομβαρδίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν βομβαρδίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβομβάρδισε
εσείςβομβαρδίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύβομβάρδιζε
εσείςβομβαρδίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βομβαρδίσω
εσύνα βομβαρδίσεις
αυτός/ή/όνα βομβαρδίσει
εμείςνα βομβαρδίσουμε
εσείςνα βομβαρδίσετε
αυτοί/ές/άνα βομβαρδίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βομβαρδίζω
εσύνα βομβαρδίζεις
αυτός/ή/όνα βομβαρδίζει
εμείςνα βομβαρδίζουμε
εσείςνα βομβαρδίζετε
αυτοί/ές/άνα βομβαρδίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βομβαρδίσει
εσύνα έχεις βομβαρδίσει
αυτός/ή/όνα έχει βομβαρδίσει
εμείςνα έχουμε βομβαρδίσει
εσείςνα έχετε βομβαρδίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν βομβαρδίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βομβαρδίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βομβαρδίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βομβάρδιζα
εσύθα βομβάρδιζες
αυτός/ή/όθα βομβάρδιζε
εμείςθα βομβαρδίζαμε
εσείςθα βομβαρδίζατε
αυτοί/ές/άθα βομβάρδιζαν