BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βελτιώνομαι

улучшаться

improve

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβελτιώνομαι
εσύβελτιώνεσαι
αυτός/ή/όβελτιώνεται
εμείςβελτιωνόμαστε
εσείςβελτιώνεστε
αυτοί/ές/άβελτιώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβελτιώθηκα
εσύβελτιώθηκες
αυτός/ή/όβελτιώθηκε
εμείςβελτιωθήκαμε
εσείςβελτιωθήκατε
αυτοί/ές/άβελτιώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βελτιωθώ
εσύθα βελτιωθείς
αυτός/ή/όθα βελτιωθεί
εμείςθα βελτιωθούμε
εσείςθα βελτιωθείτε
αυτοί/ές/άθα βελτιωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβελτιωνόμουν
εσύβελτιωνόσουν
αυτός/ή/όβελτιωνόταν
εμείςβελτιωνόμαστε
εσείςβελτιωνόσαστε
αυτοί/ές/άβελτιώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βελτιώνομαι
εσύθα βελτιώνεσαι
αυτός/ή/όθα βελτιώνεται
εμείςθα βελτιωνόμαστε
εσείςθα βελτιώνεστε
αυτοί/ές/άθα βελτιώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βελτιωθεί
εσύέχεις βελτιωθεί
αυτός/ή/όέχει βελτιωθεί
εμείςέχουμε βελτιωθεί
εσείςέχετε βελτιωθεί
αυτοί/ές/άέχουν βελτιωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βελτιωθεί
εσύείχες βελτιωθεί
αυτός/ή/όείχε βελτιωθεί
εμείςείχαμε βελτιωθεί
εσείςείχατε βελτιωθεί
αυτοί/ές/άείχαν βελτιωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βελτιωθεί
εσύθα έχεις βελτιωθεί
αυτός/ή/όθα έχει βελτιωθεί
εμείςθα έχουμε βελτιωθεί
εσείςθα έχετε βελτιωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν βελτιωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβελτιώσου
εσείςβελτιωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςβελτιώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βελτιωθώ
εσύνα βελτιωθείς
αυτός/ή/όνα βελτιωθεί
εμείςνα βελτιωθούμε
εσείςνα βελτιωθείτε
αυτοί/ές/άνα βελτιωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βελτιώνομαι
εσύνα βελτιώνεσαι
αυτός/ή/όνα βελτιώνεται
εμείςνα βελτιωνόμαστε
εσείςνα βελτιώνεστε
αυτοί/ές/άνα βελτιώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βελτιωθεί
εσύνα έχεις βελτιωθεί
αυτός/ή/όνα έχει βελτιωθεί
εμείςνα έχουμε βελτιωθεί
εσείςνα έχετε βελτιωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν βελτιωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βελτιωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βελτιωθώ
εσύθα βελτιωθείς
αυτός/ή/όθα βελτιωθεί
εμείςθα βελτιωθούμε
εσείςθα βελτιωθείτε
αυτοί/ές/άθα βελτιωθούν