BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βασίζω

основывать

base

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβασίζω
εσύβασίζεις
αυτός/ή/όβασίζει
εμείςβασίζουμε
εσείςβασίζετε
αυτοί/ές/άβασίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβάσισα
εσύβάσισες
αυτός/ή/όβάσισε
εμείςβασίσαμε
εσείςβασίσατε
αυτοί/ές/άβάσισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βασίσω
εσύθα βασίσεις
αυτός/ή/όθα βασίσει
εμείςθα βασίσουμε
εσείςθα βασίσετε
αυτοί/ές/άθα βασίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβάσιζα
εσύβάσιζες
αυτός/ή/όβάσιζε
εμείςβασίζαμε
εσείςβασίζατε
αυτοί/ές/άβάσιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βασίζω
εσύθα βασίζεις
αυτός/ή/όθα βασίζει
εμείςθα βασίζουμε
εσείςθα βασίζετε
αυτοί/ές/άθα βασίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βασίσει
εσύέχεις βασίσει
αυτός/ή/όέχει βασίσει
εμείςέχουμε βασίσει
εσείςέχετε βασίσει
αυτοί/ές/άέχουν βασίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βασίσει
εσύείχες βασίσει
αυτός/ή/όείχε βασίσει
εμείςείχαμε βασίσει
εσείςείχατε βασίσει
αυτοί/ές/άείχαν βασίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βασίσει
εσύθα έχεις βασίσει
αυτός/ή/όθα έχει βασίσει
εμείςθα έχουμε βασίσει
εσείςθα έχετε βασίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν βασίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβάσισε
εσείςβασίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύβάσιζε
εσείςβασίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βασίσω
εσύνα βασίσεις
αυτός/ή/όνα βασίσει
εμείςνα βασίσουμε
εσείςνα βασίσετε
αυτοί/ές/άνα βασίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βασίζω
εσύνα βασίζεις
αυτός/ή/όνα βασίζει
εμείςνα βασίζουμε
εσείςνα βασίζετε
αυτοί/ές/άνα βασίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βασίσει
εσύνα έχεις βασίσει
αυτός/ή/όνα έχει βασίσει
εμείςνα έχουμε βασίσει
εσείςνα έχετε βασίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν βασίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βασίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βασίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βάσιζα
εσύθα βάσιζες
αυτός/ή/όθα βάσιζε
εμείςθα βασίζαμε
εσείςθα βασίζατε
αυτοί/ές/άθα βάσιζαν