BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βαδίζω

шагать, ходить

pace, walk

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβαδίζω
εσύβαδίζεις
αυτός/ή/όβαδίζει
εμείςβαδίζουμε
εσείςβαδίζετε
αυτοί/ές/άβαδίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβάδισα
εσύβάδισες
αυτός/ή/όβάδισε
εμείςβαδίσαμε
εσείςβαδίσατε
αυτοί/ές/άβάδισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βαδίσω
εσύθα βαδίσεις
αυτός/ή/όθα βαδίσει
εμείςθα βαδίσουμε
εσείςθα βαδίσετε
αυτοί/ές/άθα βαδίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβάδιζα
εσύβάδιζες
αυτός/ή/όβάδιζε
εμείςβαδίζαμε
εσείςβαδίζατε
αυτοί/ές/άβάδιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βαδίζω
εσύθα βαδίζεις
αυτός/ή/όθα βαδίζει
εμείςθα βαδίζουμε
εσείςθα βαδίζετε
αυτοί/ές/άθα βαδίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βαδίσει
εσύέχεις βαδίσει
αυτός/ή/όέχει βαδίσει
εμείςέχουμε βαδίσει
εσείςέχετε βαδίσει
αυτοί/ές/άέχουν βαδίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βαδίσει
εσύείχες βαδίσει
αυτός/ή/όείχε βαδίσει
εμείςείχαμε βαδίσει
εσείςείχατε βαδίσει
αυτοί/ές/άείχαν βαδίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βαδίσει
εσύθα έχεις βαδίσει
αυτός/ή/όθα έχει βαδίσει
εμείςθα έχουμε βαδίσει
εσείςθα έχετε βαδίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν βαδίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβάδισε
εσείςβαδίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύβάδιζε
εσείςβαδίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βαδίσω
εσύνα βαδίσεις
αυτός/ή/όνα βαδίσει
εμείςνα βαδίσουμε
εσείςνα βαδίσετε
αυτοί/ές/άνα βαδίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βαδίζω
εσύνα βαδίζεις
αυτός/ή/όνα βαδίζει
εμείςνα βαδίζουμε
εσείςνα βαδίζετε
αυτοί/ές/άνα βαδίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βαδίσει
εσύνα έχεις βαδίσει
αυτός/ή/όνα έχει βαδίσει
εμείςνα έχουμε βαδίσει
εσείςνα έχετε βαδίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν βαδίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βαδίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βαδίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βάδιζα
εσύθα βάδιζες
αυτός/ή/όθα βάδιζε
εμείςθα βαδίζαμε
εσείςθα βαδίζατε
αυτοί/ές/άθα βάδιζαν