BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αφρίζω

пениться

foam, froth

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαφρίζω
εσύαφρίζεις
αυτός/ή/όαφρίζει
εμείςαφρίζουμε
εσείςαφρίζετε
αυτοί/ές/άαφρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώάφρισα
εσύάφρισες
αυτός/ή/όάφρισε
εμείςαφρίσαμε
εσείςαφρίσατε
αυτοί/ές/άάφρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αφρίσω
εσύθα αφρίσεις
αυτός/ή/όθα αφρίσει
εμείςθα αφρίσουμε
εσείςθα αφρίσετε
αυτοί/ές/άθα αφρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώάφριζα
εσύάφριζες
αυτός/ή/όάφριζε
εμείςαφρίζαμε
εσείςαφρίζατε
αυτοί/ές/άάφριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αφρίζω
εσύθα αφρίζεις
αυτός/ή/όθα αφρίζει
εμείςθα αφρίζουμε
εσείςθα αφρίζετε
αυτοί/ές/άθα αφρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αφρίσει
εσύέχεις αφρίσει
αυτός/ή/όέχει αφρίσει
εμείςέχουμε αφρίσει
εσείςέχετε αφρίσει
αυτοί/ές/άέχουν αφρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αφρίσει
εσύείχες αφρίσει
αυτός/ή/όείχε αφρίσει
εμείςείχαμε αφρίσει
εσείςείχατε αφρίσει
αυτοί/ές/άείχαν αφρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αφρίσει
εσύθα έχεις αφρίσει
αυτός/ή/όθα έχει αφρίσει
εμείςθα έχουμε αφρίσει
εσείςθα έχετε αφρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αφρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύάφρισε
εσείςαφρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύάφριζε
εσείςαφρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αφρίσω
εσύνα αφρίσεις
αυτός/ή/όνα αφρίσει
εμείςνα αφρίσουμε
εσείςνα αφρίσετε
αυτοί/ές/άνα αφρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αφρίζω
εσύνα αφρίζεις
αυτός/ή/όνα αφρίζει
εμείςνα αφρίζουμε
εσείςνα αφρίζετε
αυτοί/ές/άνα αφρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αφρίσει
εσύνα έχεις αφρίσει
αυτός/ή/όνα έχει αφρίσει
εμείςνα έχουμε αφρίσει
εσείςνα έχετε αφρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αφρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αφρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αφρίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αφρισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα άφριζα
εσύθα άφριζες
αυτός/ή/όθα άφριζε
εμείςθα αφρίζαμε
εσείςθα αφρίζατε
αυτοί/ές/άθα άφριζαν