BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

αστειεύομαι

шутить, острить, подшучивать

joke, jest, kid

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαστειεύομαι
εσύαστειεύεσαι
αυτός/ή/όαστειεύεται
εμείςαστειευόμαστε
εσείςαστειεύεστε
αυτοί/ές/άαστειεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαστειεύτηκα
εσύαστειεύτηκες
αυτός/ή/όαστειεύτηκε
εμείςαστειευτήκαμε
εσείςαστειευτήκατε
αυτοί/ές/άαστειεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αστειευτώ
εσύθα αστειευτείς
αυτός/ή/όθα αστειευτεί
εμείςθα αστειευτούμε
εσείςθα αστειευτείτε
αυτοί/ές/άθα αστειευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαστειευόμουν
εσύαστειευόσουν
αυτός/ή/όαστειευόταν
εμείςαστειευόμαστε
εσείςαστειευόσαστε
αυτοί/ές/άαστειεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αστειεύομαι
εσύθα αστειεύεσαι
αυτός/ή/όθα αστειεύεται
εμείςθα αστειευόμαστε
εσείςθα αστειεύεστε
αυτοί/ές/άθα αστειεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αστειευτεί
εσύέχεις αστειευτεί
αυτός/ή/όέχει αστειευτεί
εμείςέχουμε αστειευτεί
εσείςέχετε αστειευτεί
αυτοί/ές/άέχουν αστειευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αστειευτεί
εσύείχες αστειευτεί
αυτός/ή/όείχε αστειευτεί
εμείςείχαμε αστειευτεί
εσείςείχατε αστειευτεί
αυτοί/ές/άείχαν αστειευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αστειευτεί
εσύθα έχεις αστειευτεί
αυτός/ή/όθα έχει αστειευτεί
εμείςθα έχουμε αστειευτεί
εσείςθα έχετε αστειευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αστειευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαστειεύσου
εσείςαστειευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαστειεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αστειευτώ
εσύνα αστειευτείς
αυτός/ή/όνα αστειευτεί
εμείςνα αστειευτούμε
εσείςνα αστειευτείτε
αυτοί/ές/άνα αστειευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αστειεύομαι
εσύνα αστειεύεσαι
αυτός/ή/όνα αστειεύεται
εμείςνα αστειευόμαστε
εσείςνα αστειεύεστε
αυτοί/ές/άνα αστειεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αστειευτεί
εσύνα έχεις αστειευτεί
αυτός/ή/όνα έχει αστειευτεί
εμείςνα έχουμε αστειευτεί
εσείςνα έχετε αστειευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αστειευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αστειευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αστειευτώ
εσύθα αστειευτείς
αυτός/ή/όθα αστειευτεί
εμείςθα αστειευτούμε
εσείςθα αστειευτείτε
αυτοί/ές/άθα αστειευτούν