BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αρωματίζω

душить, ароматизировать, приправлять

perfume, flavor, aromatize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαρωματίζω
εσύαρωματίζεις
αυτός/ή/όαρωματίζει
εμείςαρωματίζουμε
εσείςαρωματίζετε
αυτοί/ές/άαρωματίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαρωμάτισα
εσύαρωμάτισες
αυτός/ή/όαρωμάτισε
εμείςαρωματίσαμε
εσείςαρωματίσατε
αυτοί/ές/άαρωμάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αρωματίσω
εσύθα αρωματίσεις
αυτός/ή/όθα αρωματίσει
εμείςθα αρωματίσουμε
εσείςθα αρωματίσετε
αυτοί/ές/άθα αρωματίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαρωμάτιζα
εσύαρωμάτιζες
αυτός/ή/όαρωμάτιζε
εμείςαρωματίζαμε
εσείςαρωματίζατε
αυτοί/ές/άαρωμάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αρωματίζω
εσύθα αρωματίζεις
αυτός/ή/όθα αρωματίζει
εμείςθα αρωματίζουμε
εσείςθα αρωματίζετε
αυτοί/ές/άθα αρωματίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αρωματίσει
εσύέχεις αρωματίσει
αυτός/ή/όέχει αρωματίσει
εμείςέχουμε αρωματίσει
εσείςέχετε αρωματίσει
αυτοί/ές/άέχουν αρωματίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αρωματίσει
εσύείχες αρωματίσει
αυτός/ή/όείχε αρωματίσει
εμείςείχαμε αρωματίσει
εσείςείχατε αρωματίσει
αυτοί/ές/άείχαν αρωματίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αρωματίσει
εσύθα έχεις αρωματίσει
αυτός/ή/όθα έχει αρωματίσει
εμείςθα έχουμε αρωματίσει
εσείςθα έχετε αρωματίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αρωματίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαρωμάτισε
εσείςαρωματίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαρωμάτιζε
εσείςαρωματίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αρωματίσω
εσύνα αρωματίσεις
αυτός/ή/όνα αρωματίσει
εμείςνα αρωματίσουμε
εσείςνα αρωματίσετε
αυτοί/ές/άνα αρωματίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αρωματίζω
εσύνα αρωματίζεις
αυτός/ή/όνα αρωματίζει
εμείςνα αρωματίζουμε
εσείςνα αρωματίζετε
αυτοί/ές/άνα αρωματίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αρωματίσει
εσύνα έχεις αρωματίσει
αυτός/ή/όνα έχει αρωματίσει
εμείςνα έχουμε αρωματίσει
εσείςνα έχετε αρωματίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αρωματίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αρωματίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αρωματίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αρωμάτιζα
εσύθα αρωμάτιζες
αυτός/ή/όθα αρωμάτιζε
εμείςθα αρωματίζαμε
εσείςθα αρωματίζατε
αυτοί/ές/άθα αρωμάτιζαν