BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αρρωσταίνω

заболевать

become sick

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαρρωσταίνω
εσύαρρωσταίνεις
αυτός/ή/όαρρωσταίνει
εμείςαρρωσταίνουμε
εσείςαρρωσταίνετε
αυτοί/ές/άαρρωσταίνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαρρώστησα
εσύαρρώστησες
αυτός/ή/όαρρώστησε
εμείςαρρωστήσαμε
εσείςαρρωστήσατε
αυτοί/ές/άαρρώστησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αρρωστήσω
εσύθα αρρωστήσεις
αυτός/ή/όθα αρρωστήσει
εμείςθα αρρωστήσουμε
εσείςθα αρρωστήσετε
αυτοί/ές/άθα αρρωστήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαρρώσταινα
εσύαρρώσταινες
αυτός/ή/όαρρώσταινε
εμείςαρρωσταίναμε
εσείςαρρωσταίνατε
αυτοί/ές/άαρρώσταιναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αρρωσταίνω
εσύθα αρρωσταίνεις
αυτός/ή/όθα αρρωσταίνει
εμείςθα αρρωσταίνουμε
εσείςθα αρρωσταίνετε
αυτοί/ές/άθα αρρωσταίνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αρρωστήσει
εσύέχεις αρρωστήσει
αυτός/ή/όέχει αρρωστήσει
εμείςέχουμε αρρωστήσει
εσείςέχετε αρρωστήσει
αυτοί/ές/άέχουν αρρωστήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αρρωστήσει
εσύείχες αρρωστήσει
αυτός/ή/όείχε αρρωστήσει
εμείςείχαμε αρρωστήσει
εσείςείχατε αρρωστήσει
αυτοί/ές/άείχαν αρρωστήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αρρωστήσει
εσύθα έχεις αρρωστήσει
αυτός/ή/όθα έχει αρρωστήσει
εμείςθα έχουμε αρρωστήσει
εσείςθα έχετε αρρωστήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αρρωστήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαρρώστησε
εσείςαρρωστήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαρρώσταινε
εσείςαρρωσταίνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αρρωστήσω
εσύνα αρρωστήσεις
αυτός/ή/όνα αρρωστήσει
εμείςνα αρρωστήσουμε
εσείςνα αρρωστήσετε
αυτοί/ές/άνα αρρωστήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αρρωσταίνω
εσύνα αρρωσταίνεις
αυτός/ή/όνα αρρωσταίνει
εμείςνα αρρωσταίνουμε
εσείςνα αρρωσταίνετε
αυτοί/ές/άνα αρρωσταίνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αρρωστήσει
εσύνα έχεις αρρωστήσει
αυτός/ή/όνα έχει αρρωστήσει
εμείςνα έχουμε αρρωστήσει
εσείςνα έχετε αρρωστήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αρρωστήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αρρωστήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αρρωσταίνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αρρωστημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αρρώσταινα
εσύθα αρρώσταινες
αυτός/ή/όθα αρρώσταινε
εμείςθα αρρωσταίναμε
εσείςθα αρρωσταίνατε
αυτοί/ές/άθα αρρώσταιναν