BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αρπάζω

хватать, выхватывать, схватывать

grab, snatch, grasp

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαρπάζω
εσύαρπάζεις
αυτός/ή/όαρπάζει
εμείςαρπάζουμε
εσείςαρπάζετε
αυτοί/ές/άαρπάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώάρπαξα
εσύάρπαξες
αυτός/ή/όάρπαξε
εμείςαρπάξαμε
εσείςαρπάξατε
αυτοί/ές/άάρπαξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αρπάξω
εσύθα αρπάξεις
αυτός/ή/όθα αρπάξει
εμείςθα αρπάξουμε
εσείςθα αρπάξετε
αυτοί/ές/άθα αρπάξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώάρπαζα
εσύάρπαζες
αυτός/ή/όάρπαζε
εμείςαρπάζαμε
εσείςαρπάζατε
αυτοί/ές/άάρπαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αρπάζω
εσύθα αρπάζεις
αυτός/ή/όθα αρπάζει
εμείςθα αρπάζουμε
εσείςθα αρπάζετε
αυτοί/ές/άθα αρπάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αρπάξει
εσύέχεις αρπάξει
αυτός/ή/όέχει αρπάξει
εμείςέχουμε αρπάξει
εσείςέχετε αρπάξει
αυτοί/ές/άέχουν αρπάξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αρπάξει
εσύείχες αρπάξει
αυτός/ή/όείχε αρπάξει
εμείςείχαμε αρπάξει
εσείςείχατε αρπάξει
αυτοί/ές/άείχαν αρπάξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αρπάξει
εσύθα έχεις αρπάξει
αυτός/ή/όθα έχει αρπάξει
εμείςθα έχουμε αρπάξει
εσείςθα έχετε αρπάξει
αυτοί/ές/άθα έχουν αρπάξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύάρπαξε
εσείςαρπάξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύάρπαζε
εσείςαρπάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αρπάξω
εσύνα αρπάξεις
αυτός/ή/όνα αρπάξει
εμείςνα αρπάξουμε
εσείςνα αρπάξετε
αυτοί/ές/άνα αρπάξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αρπάζω
εσύνα αρπάζεις
αυτός/ή/όνα αρπάζει
εμείςνα αρπάζουμε
εσείςνα αρπάζετε
αυτοί/ές/άνα αρπάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αρπάξει
εσύνα έχεις αρπάξει
αυτός/ή/όνα έχει αρπάξει
εμείςνα έχουμε αρπάξει
εσείςνα έχετε αρπάξει
αυτοί/ές/άνα έχουν αρπάξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αρπάξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αρπάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα άρπαζα
εσύθα άρπαζες
αυτός/ή/όθα άρπαζε
εμείςθα αρπάζαμε
εσείςθα αρπάζατε
αυτοί/ές/άθα άρπαζαν