BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αποχωρίζω

отделять, отсоединять

separate, detach

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαποχωρίζω
εσύαποχωρίζεις
αυτός/ή/όαποχωρίζει
εμείςαποχωρίζουμε
εσείςαποχωρίζετε
αυτοί/ές/άαποχωρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαποχώρισα
εσύαποχώρισες
αυτός/ή/όαποχώρισε
εμείςαποχωρίσαμε
εσείςαποχωρίσατε
αυτοί/ές/άαποχώρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αποχωρίσω
εσύθα αποχωρίσεις
αυτός/ή/όθα αποχωρίσει
εμείςθα αποχωρίσουμε
εσείςθα αποχωρίσετε
αυτοί/ές/άθα αποχωρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαποχώριζα
εσύαποχώριζες
αυτός/ή/όαποχώριζε
εμείςαποχωρίζαμε
εσείςαποχωρίζατε
αυτοί/ές/άαποχώριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αποχωρίζω
εσύθα αποχωρίζεις
αυτός/ή/όθα αποχωρίζει
εμείςθα αποχωρίζουμε
εσείςθα αποχωρίζετε
αυτοί/ές/άθα αποχωρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αποχωρίσει
εσύέχεις αποχωρίσει
αυτός/ή/όέχει αποχωρίσει
εμείςέχουμε αποχωρίσει
εσείςέχετε αποχωρίσει
αυτοί/ές/άέχουν αποχωρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αποχωρίσει
εσύείχες αποχωρίσει
αυτός/ή/όείχε αποχωρίσει
εμείςείχαμε αποχωρίσει
εσείςείχατε αποχωρίσει
αυτοί/ές/άείχαν αποχωρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αποχωρίσει
εσύθα έχεις αποχωρίσει
αυτός/ή/όθα έχει αποχωρίσει
εμείςθα έχουμε αποχωρίσει
εσείςθα έχετε αποχωρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αποχωρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαποχώρισε
εσείςαποχωρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαποχώριζε
εσείςαποχωρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αποχωρίσω
εσύνα αποχωρίσεις
αυτός/ή/όνα αποχωρίσει
εμείςνα αποχωρίσουμε
εσείςνα αποχωρίσετε
αυτοί/ές/άνα αποχωρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αποχωρίζω
εσύνα αποχωρίζεις
αυτός/ή/όνα αποχωρίζει
εμείςνα αποχωρίζουμε
εσείςνα αποχωρίζετε
αυτοί/ές/άνα αποχωρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αποχωρίσει
εσύνα έχεις αποχωρίσει
αυτός/ή/όνα έχει αποχωρίσει
εμείςνα έχουμε αποχωρίσει
εσείςνα έχετε αποχωρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αποχωρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αποχωρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αποχωρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αποχώριζα
εσύθα αποχώριζες
αυτός/ή/όθα αποχώριζε
εμείςθα αποχωρίζαμε
εσείςθα αποχωρίζατε
αυτοί/ές/άθα αποχώριζαν