BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αποφοιτάω, αποφοιτώ

оканчивать учебное заведение

graduate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαποφοιτάω, αποφοιτώ
εσύαποφοιτάς
αυτός/ή/όαποφοιτάει, αποφοιτά
εμείςαποφοιτούμε, αποφοιτάμε
εσείςαποφοιτάτε
αυτοί/ές/άαποφοιτάνε, αποφοιτούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαποφοίτησα
εσύαποφοίτησες
αυτός/ή/όαποφοίτησε
εμείςαποφοιτήσαμε
εσείςαποφοιτήσατε
αυτοί/ές/άαποφοίτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αποφοιτήσω
εσύθα αποφοιτήσεις
αυτός/ή/όθα αποφοιτήσει
εμείςθα αποφοιτήσουμε
εσείςθα αποφοιτήσετε
αυτοί/ές/άθα αποφοιτήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαποφοιτούσα
εσύαποφοιτούσες
αυτός/ή/όαποφοιτούσε
εμείςαποφοιτούσαμε
εσείςαποφοιτούσατε
αυτοί/ές/άαποφοιτούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αποφοιτάω, αποφοιτώ
εσύθα αποφοιτάς
αυτός/ή/όθα αποφοιτάει, αποφοιτά
εμείςθα αποφοιτούμε, αποφοιτάμε
εσείςθα αποφοιτάτε
αυτοί/ές/άθα αποφοιτάνε, αποφοιτούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αποφοιτήσει
εσύέχεις αποφοιτήσει
αυτός/ή/όέχει αποφοιτήσει
εμείςέχουμε αποφοιτήσει
εσείςέχετε αποφοιτήσει
αυτοί/ές/άέχουν αποφοιτήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αποφοιτήσει
εσύείχες αποφοιτήσει
αυτός/ή/όείχε αποφοιτήσει
εμείςείχαμε αποφοιτήσει
εσείςείχατε αποφοιτήσει
αυτοί/ές/άείχαν αποφοιτήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αποφοιτήσει
εσύθα έχεις αποφοιτήσει
αυτός/ή/όθα έχει αποφοιτήσει
εμείςθα έχουμε αποφοιτήσει
εσείςθα έχετε αποφοιτήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αποφοιτήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαποφοίτησε
εσείςαποφοιτήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαποφοίταγε
εσείςαποφοιτάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αποφοιτήσω
εσύνα αποφοιτήσεις
αυτός/ή/όνα αποφοιτήσει
εμείςνα αποφοιτήσουμε
εσείςνα αποφοιτήσετε
αυτοί/ές/άνα αποφοιτήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αποφοιτάω, αποφοιτώ
εσύνα αποφοιτάς
αυτός/ή/όνα αποφοιτάει, αποφοιτά
εμείςνα αποφοιτούμε, αποφοιτάμε
εσείςνα αποφοιτάτε
αυτοί/ές/άνα αποφοιτάνε, αποφοιτούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αποφοιτήσει
εσύνα έχεις αποφοιτήσει
αυτός/ή/όνα έχει αποφοιτήσει
εμείςνα έχουμε αποφοιτήσει
εσείςνα έχετε αποφοιτήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αποφοιτήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αποφοιτήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αποφοιτώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αποφοιτούσα
εσύθα αποφοιτούσες
αυτός/ή/όθα αποφοιτούσε
εμείςθα αποφοιτούσαμε
εσείςθα αποφοιτούσατε
αυτοί/ές/άθα αποφοιτούσαν