BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αποφασίζω

решать, принимать решение

decide, resolve

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαποφασίζω
εσύαποφασίζεις
αυτός/ή/όαποφασίζει
εμείςαποφασίζουμε
εσείςαποφασίζετε
αυτοί/ές/άαποφασίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαποφάσισα
εσύαποφάσισες
αυτός/ή/όαποφάσισε
εμείςαποφασίσαμε
εσείςαποφασίσατε
αυτοί/ές/άαποφάσισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αποφασίσω
εσύθα αποφασίσεις
αυτός/ή/όθα αποφασίσει
εμείςθα αποφασίσουμε
εσείςθα αποφασίσετε
αυτοί/ές/άθα αποφασίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαποφάσιζα
εσύαποφάσιζες
αυτός/ή/όαποφάσιζε
εμείςαποφασίζαμε
εσείςαποφασίζατε
αυτοί/ές/άαποφάσιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αποφασίζω
εσύθα αποφασίζεις
αυτός/ή/όθα αποφασίζει
εμείςθα αποφασίζουμε
εσείςθα αποφασίζετε
αυτοί/ές/άθα αποφασίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αποφασίσει
εσύέχεις αποφασίσει
αυτός/ή/όέχει αποφασίσει
εμείςέχουμε αποφασίσει
εσείςέχετε αποφασίσει
αυτοί/ές/άέχουν αποφασίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αποφασίσει
εσύείχες αποφασίσει
αυτός/ή/όείχε αποφασίσει
εμείςείχαμε αποφασίσει
εσείςείχατε αποφασίσει
αυτοί/ές/άείχαν αποφασίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αποφασίσει
εσύθα έχεις αποφασίσει
αυτός/ή/όθα έχει αποφασίσει
εμείςθα έχουμε αποφασίσει
εσείςθα έχετε αποφασίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αποφασίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαποφάσισε
εσείςαποφασίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαποφάσιζε
εσείςαποφασίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αποφασίσω
εσύνα αποφασίσεις
αυτός/ή/όνα αποφασίσει
εμείςνα αποφασίσουμε
εσείςνα αποφασίσετε
αυτοί/ές/άνα αποφασίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αποφασίζω
εσύνα αποφασίζεις
αυτός/ή/όνα αποφασίζει
εμείςνα αποφασίζουμε
εσείςνα αποφασίζετε
αυτοί/ές/άνα αποφασίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αποφασίσει
εσύνα έχεις αποφασίσει
αυτός/ή/όνα έχει αποφασίσει
εμείςνα έχουμε αποφασίσει
εσείςνα έχετε αποφασίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αποφασίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αποφασίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αποφασίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αποφάσιζα
εσύθα αποφάσιζες
αυτός/ή/όθα αποφάσιζε
εμείςθα αποφασίζαμε
εσείςθα αποφασίζατε
αυτοί/ές/άθα αποφάσιζαν