BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απορώ

недоумевать, удивляться

wonder, amazed

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπορώ
εσύαπορείς
αυτός/ή/όαπορεί
εμείςαπορούμε
εσείςαπορείτε
αυτοί/ές/άαπορούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπόρησα
εσύαπόρησες
αυτός/ή/όαπόρησε
εμείςαπορήσαμε
εσείςαπορήσατε
αυτοί/ές/άαπόρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απορήσω
εσύθα απορήσεις
αυτός/ή/όθα απορήσει
εμείςθα απορήσουμε
εσείςθα απορήσετε
αυτοί/ές/άθα απορήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπορούσα
εσύαπορούσες
αυτός/ή/όαπορούσε
εμείςαπορούσαμε
εσείςαπορούσατε
αυτοί/ές/άαπορούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απορώ
εσύθα απορείς
αυτός/ή/όθα απορεί
εμείςθα απορούμε
εσείςθα απορείτε
αυτοί/ές/άθα απορούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απορήσει
εσύέχεις απορήσει
αυτός/ή/όέχει απορήσει
εμείςέχουμε απορήσει
εσείςέχετε απορήσει
αυτοί/ές/άέχουν απορήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απορήσει
εσύείχες απορήσει
αυτός/ή/όείχε απορήσει
εμείςείχαμε απορήσει
εσείςείχατε απορήσει
αυτοί/ές/άείχαν απορήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απορήσει
εσύθα έχεις απορήσει
αυτός/ή/όθα έχει απορήσει
εμείςθα έχουμε απορήσει
εσείςθα έχετε απορήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν απορήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπόρησε
εσείςαπορήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαπορείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απορήσω
εσύνα απορήσεις
αυτός/ή/όνα απορήσει
εμείςνα απορήσουμε
εσείςνα απορήσετε
αυτοί/ές/άνα απορήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απορώ
εσύνα απορείς
αυτός/ή/όνα απορεί
εμείςνα απορούμε
εσείςνα απορείτε
αυτοί/ές/άνα απορούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απορήσει
εσύνα έχεις απορήσει
αυτός/ή/όνα έχει απορήσει
εμείςνα έχουμε απορήσει
εσείςνα έχετε απορήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν απορήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απορήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απορώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

απορημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απορούσα
εσύθα απορούσες
αυτός/ή/όθα απορούσε
εμείςθα απορούσαμε
εσείςθα απορούσατε
αυτοί/ές/άθα απορούσαν