BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απολυμαίνομαι

быть продезинфицированным, быть обеззараженным

be disinfected / decontaminated

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπολυμαίνομαι
εσύαπολυμαίνεσαι
αυτός/ή/όαπολυμαίνεται
εμείςαπολυμανόμαστε
εσείςαπολυμαίνεστε
αυτοί/ές/άαπολυμαίνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπολυμάνθηκα
εσύαπολυμάνθηκες
αυτός/ή/όαπολυμάνθηκε
εμείςαπολυμανθήκαμε
εσείςαπολυμανθήκατε
αυτοί/ές/άαπολυμάνθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απολυμανθώ
εσύθα απολυμανθείς
αυτός/ή/όθα απολυμανθεί
εμείςθα απολυμανθούμε
εσείςθα απολυμανθείτε
αυτοί/ές/άθα απολυμανθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπολυμαινόμουν
εσύαπολυμαινόσουν
αυτός/ή/όαπολυμαινόταν
εμείςαπολυμαινόμαστε
εσείςαπολυμαινόσαστε
αυτοί/ές/άαπολυμαίνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απολυμαίνομαι
εσύθα απολυμαίνεσαι
αυτός/ή/όθα απολυμαίνεται
εμείςθα απολυμανόμαστε
εσείςθα απολυμαίνεστε
αυτοί/ές/άθα απολυμαίνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απολυμανθεί
εσύέχεις απολυμανθεί
αυτός/ή/όέχει απολυμανθεί
εμείςέχουμε απολυμανθεί
εσείςέχετε απολυμανθεί
αυτοί/ές/άέχουν απολυμανθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απολυμανθεί
εσύείχες απολυμανθεί
αυτός/ή/όείχε απολυμανθεί
εμείςείχαμε απολυμανθεί
εσείςείχατε απολυμανθεί
αυτοί/ές/άείχαν απολυμανθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απολυμανθεί
εσύθα έχεις απολυμανθεί
αυτός/ή/όθα έχει απολυμανθεί
εμείςθα έχουμε απολυμανθεί
εσείςθα έχετε απολυμανθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν απολυμανθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπολυμάνσου
εσείςαπολυμανθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαπολυμαίνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απολυμανθώ
εσύνα απολυμανθείς
αυτός/ή/όνα απολυμανθεί
εμείςνα απολυμανθούμε
εσείςνα απολυμανθείτε
αυτοί/ές/άνα απολυμανθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απολυμαίνομαι
εσύνα απολυμαίνεσαι
αυτός/ή/όνα απολυμαίνεται
εμείςνα απολυμανόμαστε
εσείςνα απολυμαίνεστε
αυτοί/ές/άνα απολυμαίνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απολυμανθεί
εσύνα έχεις απολυμανθεί
αυτός/ή/όνα έχει απολυμανθεί
εμείςνα έχουμε απολυμανθεί
εσείςνα έχετε απολυμανθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν απολυμανθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απολυμανθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απολυμανθώ
εσύθα απολυμανθείς
αυτός/ή/όθα απολυμανθεί
εμείςθα απολυμανθούμε
εσείςθα απολυμανθείτε
αυτοί/ές/άθα απολυμανθούν