BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απελπίζομαι

отчаиваться

despair

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπελπίζομαι
εσύαπελπίζεσαι
αυτός/ή/όαπελπίζεται
εμείςαπελπιζόμαστε
εσείςαπελπίζεστε
αυτοί/ές/άαπελπίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπελπίστηκα
εσύαπελπίστηκες
αυτός/ή/όαπελπίστηκε
εμείςαπελπιστήκαμε
εσείςαπελπιστήκατε
αυτοί/ές/άαπελπίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απελπιστώ
εσύθα απελπιστείς
αυτός/ή/όθα απελπιστεί
εμείςθα απελπιστούμε
εσείςθα απελπιστείτε
αυτοί/ές/άθα απελπιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπελπιζόμουν
εσύαπελπιζόσουν
αυτός/ή/όαπελπιζόταν
εμείςαπελπιζόμαστε
εσείςαπελπιζόσαστε
αυτοί/ές/άαπελπίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απελπίζομαι
εσύθα απελπίζεσαι
αυτός/ή/όθα απελπίζεται
εμείςθα απελπιζόμαστε
εσείςθα απελπίζεστε
αυτοί/ές/άθα απελπίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απελπιστεί
εσύέχεις απελπιστεί
αυτός/ή/όέχει απελπιστεί
εμείςέχουμε απελπιστεί
εσείςέχετε απελπιστεί
αυτοί/ές/άέχουν απελπιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απελπιστεί
εσύείχες απελπιστεί
αυτός/ή/όείχε απελπιστεί
εμείςείχαμε απελπιστεί
εσείςείχατε απελπιστεί
αυτοί/ές/άείχαν απελπιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απελπιστεί
εσύθα έχεις απελπιστεί
αυτός/ή/όθα έχει απελπιστεί
εμείςθα έχουμε απελπιστεί
εσείςθα έχετε απελπιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν απελπιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπελπίσου
εσείςαπελπιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαπελπίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απελπιστώ
εσύνα απελπιστείς
αυτός/ή/όνα απελπιστεί
εμείςνα απελπιστούμε
εσείςνα απελπιστείτε
αυτοί/ές/άνα απελπιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απελπίζομαι
εσύνα απελπίζεσαι
αυτός/ή/όνα απελπίζεται
εμείςνα απελπιζόμαστε
εσείςνα απελπίζεστε
αυτοί/ές/άνα απελπίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απελπιστεί
εσύνα έχεις απελπιστεί
αυτός/ή/όνα έχει απελπιστεί
εμείςνα έχουμε απελπιστεί
εσείςνα έχετε απελπιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν απελπιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απελπιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απελπιστώ
εσύθα απελπιστείς
αυτός/ή/όθα απελπιστεί
εμείςθα απελπιστούμε
εσείςθα απελπιστείτε
αυτοί/ές/άθα απελπιστούν