BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απαλείφω

вычёркивать, удалять, стирать

expunge, delete, erase

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπαλείφω
εσύαπαλείφεις
αυτός/ή/όαπαλείφει
εμείςαπαλείφουμε
εσείςαπαλείφετε
αυτοί/ές/άαπαλείφουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπάλειψα
εσύαπάλειψες
αυτός/ή/όαπάλειψε
εμείςαπαλείψαμε
εσείςαπαλείψατε
αυτοί/ές/άαπάλειψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απαλείψω
εσύθα απαλείψεις
αυτός/ή/όθα απαλείψει
εμείςθα απαλείψουμε
εσείςθα απαλείψετε
αυτοί/ές/άθα απαλείψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπάλειφα
εσύαπάλειφες
αυτός/ή/όαπάλειφε
εμείςαπαλείφαμε
εσείςαπαλείφατε
αυτοί/ές/άαπάλειφαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απαλείφω
εσύθα απαλείφεις
αυτός/ή/όθα απαλείφει
εμείςθα απαλείφουμε
εσείςθα απαλείφετε
αυτοί/ές/άθα απαλείφουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απαλείψει
εσύέχεις απαλείψει
αυτός/ή/όέχει απαλείψει
εμείςέχουμε απαλείψει
εσείςέχετε απαλείψει
αυτοί/ές/άέχουν απαλείψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απαλείψει
εσύείχες απαλείψει
αυτός/ή/όείχε απαλείψει
εμείςείχαμε απαλείψει
εσείςείχατε απαλείψει
αυτοί/ές/άείχαν απαλείψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απαλείψει
εσύθα έχεις απαλείψει
αυτός/ή/όθα έχει απαλείψει
εμείςθα έχουμε απαλείψει
εσείςθα έχετε απαλείψει
αυτοί/ές/άθα έχουν απαλείψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπάλειψε
εσείςαπαλείψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαπάλειφε
εσείςαπαλείφετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απαλείψω
εσύνα απαλείψεις
αυτός/ή/όνα απαλείψει
εμείςνα απαλείψουμε
εσείςνα απαλείψετε
αυτοί/ές/άνα απαλείψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απαλείφω
εσύνα απαλείφεις
αυτός/ή/όνα απαλείφει
εμείςνα απαλείφουμε
εσείςνα απαλείφετε
αυτοί/ές/άνα απαλείφουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απαλείψει
εσύνα έχεις απαλείψει
αυτός/ή/όνα έχει απαλείψει
εμείςνα έχουμε απαλείψει
εσείςνα έχετε απαλείψει
αυτοί/ές/άνα έχουν απαλείψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απαλείψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απαλείφοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απάλειφα
εσύθα απάλειφες
αυτός/ή/όθα απάλειφε
εμείςθα απαλείφαμε
εσείςθα απαλείφατε
αυτοί/ές/άθα απάλειφαν