BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απαγκιάζω

находить укрытие, защищаться, укрываться

find shelter, protect, refuge

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπαγκιάζω
εσύαπαγκιάζεις
αυτός/ή/όαπαγκιάζει
εμείςαπαγκιάζουμε
εσείςαπαγκιάζετε
αυτοί/ές/άαπαγκιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπάγκιασα
εσύαπάγκιασες
αυτός/ή/όαπάγκιασε
εμείςαπαγκιάσαμε
εσείςαπαγκιάσατε
αυτοί/ές/άαπάγκιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απαγκιάσω
εσύθα απαγκιάσεις
αυτός/ή/όθα απαγκιάσει
εμείςθα απαγκιάσουμε
εσείςθα απαγκιάσετε
αυτοί/ές/άθα απαγκιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπάγκιαζα
εσύαπάγκιαζες
αυτός/ή/όαπάγκιαζε
εμείςαπαγκιάζαμε
εσείςαπαγκιάζατε
αυτοί/ές/άαπάγκιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απαγκιάζω
εσύθα απαγκιάζεις
αυτός/ή/όθα απαγκιάζει
εμείςθα απαγκιάζουμε
εσείςθα απαγκιάζετε
αυτοί/ές/άθα απαγκιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απαγκιάσει
εσύέχεις απαγκιάσει
αυτός/ή/όέχει απαγκιάσει
εμείςέχουμε απαγκιάσει
εσείςέχετε απαγκιάσει
αυτοί/ές/άέχουν απαγκιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απαγκιάσει
εσύείχες απαγκιάσει
αυτός/ή/όείχε απαγκιάσει
εμείςείχαμε απαγκιάσει
εσείςείχατε απαγκιάσει
αυτοί/ές/άείχαν απαγκιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απαγκιάσει
εσύθα έχεις απαγκιάσει
αυτός/ή/όθα έχει απαγκιάσει
εμείςθα έχουμε απαγκιάσει
εσείςθα έχετε απαγκιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν απαγκιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπάγκιασε
εσείςαπαγκιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαπάγκιαζε
εσείςαπαγκιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απαγκιάσω
εσύνα απαγκιάσεις
αυτός/ή/όνα απαγκιάσει
εμείςνα απαγκιάσουμε
εσείςνα απαγκιάσετε
αυτοί/ές/άνα απαγκιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απαγκιάζω
εσύνα απαγκιάζεις
αυτός/ή/όνα απαγκιάζει
εμείςνα απαγκιάζουμε
εσείςνα απαγκιάζετε
αυτοί/ές/άνα απαγκιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απαγκιάσει
εσύνα έχεις απαγκιάσει
αυτός/ή/όνα έχει απαγκιάσει
εμείςνα έχουμε απαγκιάσει
εσείςνα έχετε απαγκιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν απαγκιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απαγκιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απαγκιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

απαγκιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απάγκιαζα
εσύθα απάγκιαζες
αυτός/ή/όθα απάγκιαζε
εμείςθα απαγκιάζαμε
εσείςθα απαγκιάζατε
αυτοί/ές/άθα απάγκιαζαν