BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αξιώνω

требовать, претендовать, настаивать

demand, claim, insist

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαξιώνω
εσύαξιώνεις
αυτός/ή/όαξιώνει
εμείςαξιώνουμε
εσείςαξιώνετε
αυτοί/ές/άαξιώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαξίωσα
εσύαξίωσες
αυτός/ή/όαξίωσε
εμείςαξιώσαμε
εσείςαξιώσατε
αυτοί/ές/άαξίωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αξιώσω
εσύθα αξιώσεις
αυτός/ή/όθα αξιώσει
εμείςθα αξιώσουμε
εσείςθα αξιώσετε
αυτοί/ές/άθα αξιώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαξίωνα
εσύαξίωνες
αυτός/ή/όαξίωνε
εμείςαξιώναμε
εσείςαξιώνατε
αυτοί/ές/άαξίωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αξιώνω
εσύθα αξιώνεις
αυτός/ή/όθα αξιώνει
εμείςθα αξιώνουμε
εσείςθα αξιώνετε
αυτοί/ές/άθα αξιώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αξιώσει
εσύέχεις αξιώσει
αυτός/ή/όέχει αξιώσει
εμείςέχουμε αξιώσει
εσείςέχετε αξιώσει
αυτοί/ές/άέχουν αξιώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αξιώσει
εσύείχες αξιώσει
αυτός/ή/όείχε αξιώσει
εμείςείχαμε αξιώσει
εσείςείχατε αξιώσει
αυτοί/ές/άείχαν αξιώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αξιώσει
εσύθα έχεις αξιώσει
αυτός/ή/όθα έχει αξιώσει
εμείςθα έχουμε αξιώσει
εσείςθα έχετε αξιώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αξιώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαξίωσε
εσείςαξιώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαξίωνε
εσείςαξιώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αξιώσω
εσύνα αξιώσεις
αυτός/ή/όνα αξιώσει
εμείςνα αξιώσουμε
εσείςνα αξιώσετε
αυτοί/ές/άνα αξιώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αξιώνω
εσύνα αξιώνεις
αυτός/ή/όνα αξιώνει
εμείςνα αξιώνουμε
εσείςνα αξιώνετε
αυτοί/ές/άνα αξιώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αξιώσει
εσύνα έχεις αξιώσει
αυτός/ή/όνα έχει αξιώσει
εμείςνα έχουμε αξιώσει
εσείςνα έχετε αξιώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αξιώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αξιώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αξιώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αξίωνα
εσύθα αξίωνες
αυτός/ή/όθα αξίωνε
εμείςθα αξιώναμε
εσείςθα αξιώνατε
αυτοί/ές/άθα αξίωναν