αντιφάσκω
отступать от сказанного, противоречить самому себе
back pedal, contradict oneself
Ενεστώτας
Настоящее время
Настоящее время глагола
εγώαντιφάσκω
εσύαντιφάσκεις
αυτός/ή/όαντιφάσκει
εμείςαντιφάσκουμε
εσείςαντιφάσκετε
αυτοί/ές/άαντιφάσκουν
Παρατατικός
Прошедшее длительное
Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время
εγώαντέφασκα
εσύαντέφασκες
αυτός/ή/όαντέφασκε
εμείςαντιφάσκαμε
εσείςαντιφάσκατε
αυτοί/ές/άαντέφασκαν
Συνεχής Μέλλοντας
Будущее длительное
Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время
εγώθα αντιφάσκω
εσύθα αντιφάσκεις
αυτός/ή/όθα αντιφάσκει
εμείςθα αντιφάσκουμε
εσείςθα αντιφάσκετε
αυτοί/ές/άθα αντιφάσκουν
Συνεχής Προστακτική
Длительное повелительное
Повелительное для длительного или повторяющегося действия
εσύαντίφασκε
εσείςαντιφάσκετε
Συνεχής Υποτακτική
Длительный ипотактики
Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия
εγώνα αντιφάσκω
εσύνα αντιφάσκεις
αυτός/ή/όνα αντιφάσκει
εμείςνα αντιφάσκουμε
εσείςνα αντιφάσκετε
αυτοί/ές/άνα αντιφάσκουν
Γερούνδιο
Деепричастие
Описывает сопутствующее действие (-οντας)
Υποθετικός Λόγος
Условная форма
Действие при определённом условии: θα + παρατατικός
εγώθα αντέφασκα
εσύθα αντέφασκες
αυτός/ή/όθα αντέφασκε
εμείςθα αντιφάσκαμε
εσείςθα αντιφάσκατε
αυτοί/ές/άθα αντέφασκαν