BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αντισταθμίζομαι

компенсироваться, уравновешиваться

be compensated, counter balanced

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαντισταθμίζομαι
εσύαντισταθμίζεσαι
αυτός/ή/όαντισταθμίζεται
εμείςαντισταθμιζόμαστε
εσείςαντισταθμίζεστε
αυτοί/ές/άαντισταθμίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαντισταθμίστηκα
εσύαντισταθμίστηκες
αυτός/ή/όαντισταθμίστηκε
εμείςαντισταθμιστήκαμε
εσείςαντισταθμιστήκατε
αυτοί/ές/άαντισταθμίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αντισταθμιστώ
εσύθα αντισταθμιστείς
αυτός/ή/όθα αντισταθμιστεί
εμείςθα αντισταθμιστούμε
εσείςθα αντισταθμιστείτε
αυτοί/ές/άθα αντισταθμιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαντισταθμιζόμουν
εσύαντισταθμιζόσουν
αυτός/ή/όαντισταθμιζόταν
εμείςαντισταθμιζόμαστε
εσείςαντισταθμιζόσαστε
αυτοί/ές/άαντισταθμίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αντισταθμίζομαι
εσύθα αντισταθμίζεσαι
αυτός/ή/όθα αντισταθμίζεται
εμείςθα αντισταθμιζόμαστε
εσείςθα αντισταθμίζεστε
αυτοί/ές/άθα αντισταθμίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αντισταθμιστεί
εσύέχεις αντισταθμιστεί
αυτός/ή/όέχει αντισταθμιστεί
εμείςέχουμε αντισταθμιστεί
εσείςέχετε αντισταθμιστεί
αυτοί/ές/άέχουν αντισταθμιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αντισταθμιστεί
εσύείχες αντισταθμιστεί
αυτός/ή/όείχε αντισταθμιστεί
εμείςείχαμε αντισταθμιστεί
εσείςείχατε αντισταθμιστεί
αυτοί/ές/άείχαν αντισταθμιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αντισταθμιστεί
εσύθα έχεις αντισταθμιστεί
αυτός/ή/όθα έχει αντισταθμιστεί
εμείςθα έχουμε αντισταθμιστεί
εσείςθα έχετε αντισταθμιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αντισταθμιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαντισταθμίσου
εσείςαντισταθμιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαντισταθμίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αντισταθμιστώ
εσύνα αντισταθμιστείς
αυτός/ή/όνα αντισταθμιστεί
εμείςνα αντισταθμιστούμε
εσείςνα αντισταθμιστείτε
αυτοί/ές/άνα αντισταθμιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αντισταθμίζομαι
εσύνα αντισταθμίζεσαι
αυτός/ή/όνα αντισταθμίζεται
εμείςνα αντισταθμιζόμαστε
εσείςνα αντισταθμίζεστε
αυτοί/ές/άνα αντισταθμίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αντισταθμιστεί
εσύνα έχεις αντισταθμιστεί
αυτός/ή/όνα έχει αντισταθμιστεί
εμείςνα έχουμε αντισταθμιστεί
εσείςνα έχετε αντισταθμιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αντισταθμιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αντισταθμιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αντισταθμιστώ
εσύθα αντισταθμιστείς
αυτός/ή/όθα αντισταθμιστεί
εμείςθα αντισταθμιστούμε
εσείςθα αντισταθμιστείτε
αυτοί/ές/άθα αντισταθμιστούν