BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αντιλαλώ

отдаваться эхом, звучать, повторять

echo, resound, repeat

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαντιλαλώ
εσύαντιλαλείς
αυτός/ή/όαντιλαλεί
εμείςαντιλαλούμε
εσείςαντιλαλείτε
αυτοί/ές/άαντιλαλούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαντιλάλησα
εσύαντιλάλησες
αυτός/ή/όαντιλάλησε
εμείςαντιλαλήσαμε
εσείςαντιλαλήσατε
αυτοί/ές/άαντιλάλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αντιλαλήσω
εσύθα αντιλαλήσεις
αυτός/ή/όθα αντιλαλήσει
εμείςθα αντιλαλήσουμε
εσείςθα αντιλαλήσετε
αυτοί/ές/άθα αντιλαλήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαντιλαλούσα
εσύαντιλαλούσες
αυτός/ή/όαντιλαλούσε
εμείςαντιλαλούσαμε
εσείςαντιλαλούσατε
αυτοί/ές/άαντιλαλούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αντιλαλώ
εσύθα αντιλαλείς
αυτός/ή/όθα αντιλαλεί
εμείςθα αντιλαλούμε
εσείςθα αντιλαλείτε
αυτοί/ές/άθα αντιλαλούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αντιλαλήσει
εσύέχεις αντιλαλήσει
αυτός/ή/όέχει αντιλαλήσει
εμείςέχουμε αντιλαλήσει
εσείςέχετε αντιλαλήσει
αυτοί/ές/άέχουν αντιλαλήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αντιλαλήσει
εσύείχες αντιλαλήσει
αυτός/ή/όείχε αντιλαλήσει
εμείςείχαμε αντιλαλήσει
εσείςείχατε αντιλαλήσει
αυτοί/ές/άείχαν αντιλαλήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αντιλαλήσει
εσύθα έχεις αντιλαλήσει
αυτός/ή/όθα έχει αντιλαλήσει
εμείςθα έχουμε αντιλαλήσει
εσείςθα έχετε αντιλαλήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αντιλαλήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαντιλάλησε
εσείςαντιλαλήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαντιλαλείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αντιλαλήσω
εσύνα αντιλαλήσεις
αυτός/ή/όνα αντιλαλήσει
εμείςνα αντιλαλήσουμε
εσείςνα αντιλαλήσετε
αυτοί/ές/άνα αντιλαλήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αντιλαλώ
εσύνα αντιλαλείς
αυτός/ή/όνα αντιλαλεί
εμείςνα αντιλαλούμε
εσείςνα αντιλαλείτε
αυτοί/ές/άνα αντιλαλούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αντιλαλήσει
εσύνα έχεις αντιλαλήσει
αυτός/ή/όνα έχει αντιλαλήσει
εμείςνα έχουμε αντιλαλήσει
εσείςνα έχετε αντιλαλήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αντιλαλήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αντιλαλήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αντιλαλώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αντιλαλούσα
εσύθα αντιλαλούσες
αυτός/ή/όθα αντιλαλούσε
εμείςθα αντιλαλούσαμε
εσείςθα αντιλαλούσατε
αυτοί/ές/άθα αντιλαλούσαν