BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

αντηχώ

звучать, резонировать, отдаваться эхом

resound, resonate, echo

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαντηχώ
εσύαντηχείς
αυτός/ή/όαντηχεί
εμείςαντηχούμε
εσείςαντηχείτε
αυτοί/ές/άαντηχούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαντήχησα
εσύαντήχησες
αυτός/ή/όαντήχησε
εμείςαντηχήσαμε
εσείςαντηχήσατε
αυτοί/ές/άαντήχησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αντηχήσω
εσύθα αντηχήσεις
αυτός/ή/όθα αντηχήσει
εμείςθα αντηχήσουμε
εσείςθα αντηχήσετε
αυτοί/ές/άθα αντηχήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαντηχούσα
εσύαντηχούσες
αυτός/ή/όαντηχούσε
εμείςαντηχούσαμε
εσείςαντηχούσατε
αυτοί/ές/άαντηχούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αντηχώ
εσύθα αντηχείς
αυτός/ή/όθα αντηχεί
εμείςθα αντηχούμε
εσείςθα αντηχείτε
αυτοί/ές/άθα αντηχούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αντηχήσει
εσύέχεις αντηχήσει
αυτός/ή/όέχει αντηχήσει
εμείςέχουμε αντηχήσει
εσείςέχετε αντηχήσει
αυτοί/ές/άέχουν αντηχήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αντηχήσει
εσύείχες αντηχήσει
αυτός/ή/όείχε αντηχήσει
εμείςείχαμε αντηχήσει
εσείςείχατε αντηχήσει
αυτοί/ές/άείχαν αντηχήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αντηχήσει
εσύθα έχεις αντηχήσει
αυτός/ή/όθα έχει αντηχήσει
εμείςθα έχουμε αντηχήσει
εσείςθα έχετε αντηχήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αντηχήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαντήχησε
εσείςαντηχήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαντηχείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αντηχήσω
εσύνα αντηχήσεις
αυτός/ή/όνα αντηχήσει
εμείςνα αντηχήσουμε
εσείςνα αντηχήσετε
αυτοί/ές/άνα αντηχήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αντηχώ
εσύνα αντηχείς
αυτός/ή/όνα αντηχεί
εμείςνα αντηχούμε
εσείςνα αντηχείτε
αυτοί/ές/άνα αντηχούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αντηχήσει
εσύνα έχεις αντηχήσει
αυτός/ή/όνα έχει αντηχήσει
εμείςνα έχουμε αντηχήσει
εσείςνα έχετε αντηχήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αντηχήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αντηχήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αντηχώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αντηχούσα
εσύθα αντηχούσες
αυτός/ή/όθα αντηχούσε
εμείςθα αντηχούσαμε
εσείςθα αντηχούσατε
αυτοί/ές/άθα αντηχούσαν