BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανταρτεύω

бунтовать

rebel

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανταρτεύω
εσύανταρτεύεις
αυτός/ή/όανταρτεύει
εμείςανταρτεύουμε
εσείςανταρτεύετε
αυτοί/ές/άανταρτεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαντάρτεψα
εσύαντάρτεψες
αυτός/ή/όαντάρτεψε
εμείςανταρτέψαμε
εσείςανταρτέψατε
αυτοί/ές/άαντάρτεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανταρτέψω
εσύθα ανταρτέψεις
αυτός/ή/όθα ανταρτέψει
εμείςθα ανταρτέψουμε
εσείςθα ανταρτέψετε
αυτοί/ές/άθα ανταρτέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαντάρτευα
εσύαντάρτευες
αυτός/ή/όαντάρτευε
εμείςανταρτεύαμε
εσείςανταρτεύατε
αυτοί/ές/άαντάρτευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανταρτεύω
εσύθα ανταρτεύεις
αυτός/ή/όθα ανταρτεύει
εμείςθα ανταρτεύουμε
εσείςθα ανταρτεύετε
αυτοί/ές/άθα ανταρτεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανταρτέψει
εσύέχεις ανταρτέψει
αυτός/ή/όέχει ανταρτέψει
εμείςέχουμε ανταρτέψει
εσείςέχετε ανταρτέψει
αυτοί/ές/άέχουν ανταρτέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανταρτέψει
εσύείχες ανταρτέψει
αυτός/ή/όείχε ανταρτέψει
εμείςείχαμε ανταρτέψει
εσείςείχατε ανταρτέψει
αυτοί/ές/άείχαν ανταρτέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανταρτέψει
εσύθα έχεις ανταρτέψει
αυτός/ή/όθα έχει ανταρτέψει
εμείςθα έχουμε ανταρτέψει
εσείςθα έχετε ανταρτέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανταρτέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαντάρτεψε
εσείςανταρτέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαντάρτευε
εσείςανταρτεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανταρτέψω
εσύνα ανταρτέψεις
αυτός/ή/όνα ανταρτέψει
εμείςνα ανταρτέψουμε
εσείςνα ανταρτέψετε
αυτοί/ές/άνα ανταρτέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανταρτεύω
εσύνα ανταρτεύεις
αυτός/ή/όνα ανταρτεύει
εμείςνα ανταρτεύουμε
εσείςνα ανταρτεύετε
αυτοί/ές/άνα ανταρτεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανταρτέψει
εσύνα έχεις ανταρτέψει
αυτός/ή/όνα έχει ανταρτέψει
εμείςνα έχουμε ανταρτέψει
εσείςνα έχετε ανταρτέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανταρτέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανταρτέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανταρτεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αντάρτευα
εσύθα αντάρτευες
αυτός/ή/όθα αντάρτευε
εμείςθα ανταρτεύαμε
εσείςθα ανταρτεύατε
αυτοί/ές/άθα αντάρτευαν