BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανταποδεικνύομαι

неправильный

быть опровергнутым

be disproved

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανταποδεικνύομαι
εσύανταποδεικνύεσαι
αυτός/ή/όανταποδεικνύεται
εμείςανταποδεικνυόμαστε
εσείςανταποδεικνύεστε
αυτοί/ές/άανταποδεικνύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανταποδείχτηκα
εσύανταποδείχτηκες
αυτός/ή/όανταποδείχτηκε
εμείςανταποδειχτήκαμε
εσείςανταποδειχτήκατε
αυτοί/ές/άανταποδείχτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανταποδειχτώ
εσύθα ανταποδειχτείς
αυτός/ή/όθα ανταποδειχτεί
εμείςθα ανταποδειχτούμε
εσείςθα ανταποδειχτείτε
αυτοί/ές/άθα ανταποδειχτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανταποδεικνυόμουν
εσύανταποδεικνυόσουν
αυτός/ή/όανταποδεικνυόταν
εμείςανταποδεικνυόμαστε
εσείςανταποδεικνυόσαστε
αυτοί/ές/άανταποδεικνύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανταποδεικνύομαι
εσύθα ανταποδεικνύεσαι
αυτός/ή/όθα ανταποδεικνύεται
εμείςθα ανταποδεικνυόμαστε
εσείςθα ανταποδεικνύεστε
αυτοί/ές/άθα ανταποδεικνύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανταποδειχτεί
εσύέχεις ανταποδειχτεί
αυτός/ή/όέχει ανταποδειχτεί
εμείςέχουμε ανταποδειχτεί
εσείςέχετε ανταποδειχτεί
αυτοί/ές/άέχουν ανταποδειχτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανταποδειχτεί
εσύείχες ανταποδειχτεί
αυτός/ή/όείχε ανταποδειχτεί
εμείςείχαμε ανταποδειχτεί
εσείςείχατε ανταποδειχτεί
αυτοί/ές/άείχαν ανταποδειχτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανταποδειχτεί
εσύθα έχεις ανταποδειχτεί
αυτός/ή/όθα έχει ανταποδειχτεί
εμείςθα έχουμε ανταποδειχτεί
εσείςθα έχετε ανταποδειχτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ανταποδειχτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανταποδείξου
εσείςανταποδειχτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανταποδεικνύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανταποδειχτώ
εσύνα ανταποδειχτείς
αυτός/ή/όνα ανταποδειχτεί
εμείςνα ανταποδειχτούμε
εσείςνα ανταποδειχτείτε
αυτοί/ές/άνα ανταποδειχτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανταποδεικνύομαι
εσύνα ανταποδεικνύεσαι
αυτός/ή/όνα ανταποδεικνύεται
εμείςνα ανταποδεικνυόμαστε
εσείςνα ανταποδεικνύεστε
αυτοί/ές/άνα ανταποδεικνύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανταποδειχτεί
εσύνα έχεις ανταποδειχτεί
αυτός/ή/όνα έχει ανταποδειχτεί
εμείςνα έχουμε ανταποδειχτεί
εσείςνα έχετε ανταποδειχτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ανταποδειχτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανταποδειχτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανταποδειχτώ
εσύθα ανταποδειχτείς
αυτός/ή/όθα ανταποδειχτεί
εμείςθα ανταποδειχτούμε
εσείςθα ανταποδειχτείτε
αυτοί/ές/άθα ανταποδειχτούν