BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανταπαιτώ

предъявлять встречное требование

counterclaim

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανταπαιτώ
εσύανταπαιτείς
αυτός/ή/όανταπαιτεί
εμείςανταπαιτούμε
εσείςανταπαιτείτε
αυτοί/ές/άανταπαιτούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανταπαίτησα
εσύανταπαίτησες
αυτός/ή/όανταπαίτησε
εμείςανταπαιτήσαμε
εσείςανταπαιτήσατε
αυτοί/ές/άανταπαίτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανταπαιτήσω
εσύθα ανταπαιτήσεις
αυτός/ή/όθα ανταπαιτήσει
εμείςθα ανταπαιτήσουμε
εσείςθα ανταπαιτήσετε
αυτοί/ές/άθα ανταπαιτήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανταπαιτούσα
εσύανταπαιτούσες
αυτός/ή/όανταπαιτούσε
εμείςανταπαιτούσαμε
εσείςανταπαιτούσατε
αυτοί/ές/άανταπαιτούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανταπαιτώ
εσύθα ανταπαιτείς
αυτός/ή/όθα ανταπαιτεί
εμείςθα ανταπαιτούμε
εσείςθα ανταπαιτείτε
αυτοί/ές/άθα ανταπαιτούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανταπαιτήσει
εσύέχεις ανταπαιτήσει
αυτός/ή/όέχει ανταπαιτήσει
εμείςέχουμε ανταπαιτήσει
εσείςέχετε ανταπαιτήσει
αυτοί/ές/άέχουν ανταπαιτήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανταπαιτήσει
εσύείχες ανταπαιτήσει
αυτός/ή/όείχε ανταπαιτήσει
εμείςείχαμε ανταπαιτήσει
εσείςείχατε ανταπαιτήσει
αυτοί/ές/άείχαν ανταπαιτήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανταπαιτήσει
εσύθα έχεις ανταπαιτήσει
αυτός/ή/όθα έχει ανταπαιτήσει
εμείςθα έχουμε ανταπαιτήσει
εσείςθα έχετε ανταπαιτήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανταπαιτήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανταπαίτησε
εσείςανταπαιτήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανταπαιτείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανταπαιτήσω
εσύνα ανταπαιτήσεις
αυτός/ή/όνα ανταπαιτήσει
εμείςνα ανταπαιτήσουμε
εσείςνα ανταπαιτήσετε
αυτοί/ές/άνα ανταπαιτήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανταπαιτώ
εσύνα ανταπαιτείς
αυτός/ή/όνα ανταπαιτεί
εμείςνα ανταπαιτούμε
εσείςνα ανταπαιτείτε
αυτοί/ές/άνα ανταπαιτούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανταπαιτήσει
εσύνα έχεις ανταπαιτήσει
αυτός/ή/όνα έχει ανταπαιτήσει
εμείςνα έχουμε ανταπαιτήσει
εσείςνα έχετε ανταπαιτήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανταπαιτήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανταπαιτήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανταπαιτώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανταπαιτούσα
εσύθα ανταπαιτούσες
αυτός/ή/όθα ανταπαιτούσε
εμείςθα ανταπαιτούσαμε
εσείςθα ανταπαιτούσατε
αυτοί/ές/άθα ανταπαιτούσαν