BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

ανοσοποιούμαι

быть иммунизированным

be immunized

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανοσοποιούμαι
εσύανοσοποιείσαι
αυτός/ή/όανοσοποιείται
εμείςανοσοποιούμαστε
εσείςανοσοποιείστε
αυτοί/ές/άανοσοποιούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανοσοποιήθηκα
εσύανοσοποιήθηκες
αυτός/ή/όανοσοποιήθηκε
εμείςανοσοποιηθήκαμε
εσείςανοσοποιηθήκατε
αυτοί/ές/άανοσοποιήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανοσοποιηθώ
εσύθα ανοσοποιηθείς
αυτός/ή/όθα ανοσοποιηθεί
εμείςθα ανοσοποιηθούμε
εσείςθα ανοσοποιηθείτε
αυτοί/ές/άθα ανοσοποιηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανοσοποιούμουν
εσύανοσοποιούσουν
αυτός/ή/όανοσοποιούνταν
εμείςανοσοποιούμαστε
εσείςανοσοποιούσαστε
αυτοί/ές/άανοσοποιούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανοσοποιούμαι
εσύθα ανοσοποιείσαι
αυτός/ή/όθα ανοσοποιείται
εμείςθα ανοσοποιούμαστε
εσείςθα ανοσοποιείστε
αυτοί/ές/άθα ανοσοποιούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανοσοποιηθεί
εσύέχεις ανοσοποιηθεί
αυτός/ή/όέχει ανοσοποιηθεί
εμείςέχουμε ανοσοποιηθεί
εσείςέχετε ανοσοποιηθεί
αυτοί/ές/άέχουν ανοσοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανοσοποιηθεί
εσύείχες ανοσοποιηθεί
αυτός/ή/όείχε ανοσοποιηθεί
εμείςείχαμε ανοσοποιηθεί
εσείςείχατε ανοσοποιηθεί
αυτοί/ές/άείχαν ανοσοποιηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανοσοποιηθεί
εσύθα έχεις ανοσοποιηθεί
αυτός/ή/όθα έχει ανοσοποιηθεί
εμείςθα έχουμε ανοσοποιηθεί
εσείςθα έχετε ανοσοποιηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ανοσοποιηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανοσοποιήσου
εσείςανοσοποιηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανοσοποιείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανοσοποιηθώ
εσύνα ανοσοποιηθείς
αυτός/ή/όνα ανοσοποιηθεί
εμείςνα ανοσοποιηθούμε
εσείςνα ανοσοποιηθείτε
αυτοί/ές/άνα ανοσοποιηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανοσοποιούμαι
εσύνα ανοσοποιείσαι
αυτός/ή/όνα ανοσοποιείται
εμείςνα ανοσοποιούμαστε
εσείςνα ανοσοποιείστε
αυτοί/ές/άνα ανοσοποιούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανοσοποιηθεί
εσύνα έχεις ανοσοποιηθεί
αυτός/ή/όνα έχει ανοσοποιηθεί
εμείςνα έχουμε ανοσοποιηθεί
εσείςνα έχετε ανοσοποιηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ανοσοποιηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανοσοποιηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανοσοποιηθώ
εσύθα ανοσοποιηθείς
αυτός/ή/όθα ανοσοποιηθεί
εμείςθα ανοσοποιηθούμε
εσείςθα ανοσοποιηθείτε
αυτοί/ές/άθα ανοσοποιηθούν