BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

ανοσιουργώ

поступать безнравственно

behave unethically

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανοσιουργώ
εσύανοσιουργείς
αυτός/ή/όανοσιουργεί
εμείςανοσιουργούμε
εσείςανοσιουργείτε
αυτοί/ές/άανοσιουργούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανοσιούργησα
εσύανοσιούργησες
αυτός/ή/όανοσιούργησε
εμείςανοσιουργήσαμε
εσείςανοσιουργήσατε
αυτοί/ές/άανοσιούργησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανοσιουργήσω
εσύθα ανοσιουργήσεις
αυτός/ή/όθα ανοσιουργήσει
εμείςθα ανοσιουργήσουμε
εσείςθα ανοσιουργήσετε
αυτοί/ές/άθα ανοσιουργήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανοσιουργούσα
εσύανοσιουργούσες
αυτός/ή/όανοσιουργούσε
εμείςανοσιουργούσαμε
εσείςανοσιουργούσατε
αυτοί/ές/άανοσιουργούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανοσιουργώ
εσύθα ανοσιουργείς
αυτός/ή/όθα ανοσιουργεί
εμείςθα ανοσιουργούμε
εσείςθα ανοσιουργείτε
αυτοί/ές/άθα ανοσιουργούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανοσιουργήσει
εσύέχεις ανοσιουργήσει
αυτός/ή/όέχει ανοσιουργήσει
εμείςέχουμε ανοσιουργήσει
εσείςέχετε ανοσιουργήσει
αυτοί/ές/άέχουν ανοσιουργήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανοσιουργήσει
εσύείχες ανοσιουργήσει
αυτός/ή/όείχε ανοσιουργήσει
εμείςείχαμε ανοσιουργήσει
εσείςείχατε ανοσιουργήσει
αυτοί/ές/άείχαν ανοσιουργήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανοσιουργήσει
εσύθα έχεις ανοσιουργήσει
αυτός/ή/όθα έχει ανοσιουργήσει
εμείςθα έχουμε ανοσιουργήσει
εσείςθα έχετε ανοσιουργήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανοσιουργήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανοσιούργησε
εσείςανοσιουργήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανοσιουργείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανοσιουργήσω
εσύνα ανοσιουργήσεις
αυτός/ή/όνα ανοσιουργήσει
εμείςνα ανοσιουργήσουμε
εσείςνα ανοσιουργήσετε
αυτοί/ές/άνα ανοσιουργήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανοσιουργώ
εσύνα ανοσιουργείς
αυτός/ή/όνα ανοσιουργεί
εμείςνα ανοσιουργούμε
εσείςνα ανοσιουργείτε
αυτοί/ές/άνα ανοσιουργούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανοσιουργήσει
εσύνα έχεις ανοσιουργήσει
αυτός/ή/όνα έχει ανοσιουργήσει
εμείςνα έχουμε ανοσιουργήσει
εσείςνα έχετε ανοσιουργήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανοσιουργήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανοσιουργήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανοσιουργώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανοσιουργούσα
εσύθα ανοσιουργούσες
αυτός/ή/όθα ανοσιουργούσε
εμείςθα ανοσιουργούσαμε
εσείςθα ανοσιουργούσατε
αυτοί/ές/άθα ανοσιουργούσαν