BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανθρωπεύω

цивилизовать, очеловечивать

civilize, humanize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανθρωπεύω
εσύανθρωπεύεις
αυτός/ή/όανθρωπεύει
εμείςανθρωπεύουμε
εσείςανθρωπεύετε
αυτοί/ές/άανθρωπεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανθρώπεψα
εσύανθρώπεψες
αυτός/ή/όανθρώπεψε
εμείςανθρωπέψαμε
εσείςανθρωπέψατε
αυτοί/ές/άανθρώπεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανθρωπέψω
εσύθα ανθρωπέψεις
αυτός/ή/όθα ανθρωπέψει
εμείςθα ανθρωπέψουμε
εσείςθα ανθρωπέψετε
αυτοί/ές/άθα ανθρωπέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανθρώπευα
εσύανθρώπευες
αυτός/ή/όανθρώπευε
εμείςανθρωπεύαμε
εσείςανθρωπεύατε
αυτοί/ές/άανθρώπευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανθρωπεύω
εσύθα ανθρωπεύεις
αυτός/ή/όθα ανθρωπεύει
εμείςθα ανθρωπεύουμε
εσείςθα ανθρωπεύετε
αυτοί/ές/άθα ανθρωπεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανθρωπέψει
εσύέχεις ανθρωπέψει
αυτός/ή/όέχει ανθρωπέψει
εμείςέχουμε ανθρωπέψει
εσείςέχετε ανθρωπέψει
αυτοί/ές/άέχουν ανθρωπέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανθρωπέψει
εσύείχες ανθρωπέψει
αυτός/ή/όείχε ανθρωπέψει
εμείςείχαμε ανθρωπέψει
εσείςείχατε ανθρωπέψει
αυτοί/ές/άείχαν ανθρωπέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανθρωπέψει
εσύθα έχεις ανθρωπέψει
αυτός/ή/όθα έχει ανθρωπέψει
εμείςθα έχουμε ανθρωπέψει
εσείςθα έχετε ανθρωπέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανθρωπέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανθρώπεψε
εσείςανθρωπέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύανθρώπευε
εσείςανθρωπεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανθρωπέψω
εσύνα ανθρωπέψεις
αυτός/ή/όνα ανθρωπέψει
εμείςνα ανθρωπέψουμε
εσείςνα ανθρωπέψετε
αυτοί/ές/άνα ανθρωπέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανθρωπεύω
εσύνα ανθρωπεύεις
αυτός/ή/όνα ανθρωπεύει
εμείςνα ανθρωπεύουμε
εσείςνα ανθρωπεύετε
αυτοί/ές/άνα ανθρωπεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανθρωπέψει
εσύνα έχεις ανθρωπέψει
αυτός/ή/όνα έχει ανθρωπέψει
εμείςνα έχουμε ανθρωπέψει
εσείςνα έχετε ανθρωπέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανθρωπέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανθρωπέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανθρωπεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανθρώπευα
εσύθα ανθρώπευες
αυτός/ή/όθα ανθρώπευε
εμείςθα ανθρωπεύαμε
εσείςθα ανθρωπεύατε
αυτοί/ές/άθα ανθρώπευαν