BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανθολογώ

составлять антологию

anthologize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανθολογώ
εσύανθολογείς
αυτός/ή/όανθολογεί
εμείςανθολογούμε
εσείςανθολογείτε
αυτοί/ές/άανθολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανθολόγησα
εσύανθολόγησες
αυτός/ή/όανθολόγησε
εμείςανθολογήσαμε
εσείςανθολογήσατε
αυτοί/ές/άανθολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανθολογήσω
εσύθα ανθολογήσεις
αυτός/ή/όθα ανθολογήσει
εμείςθα ανθολογήσουμε
εσείςθα ανθολογήσετε
αυτοί/ές/άθα ανθολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανθολογούσα
εσύανθολογούσες
αυτός/ή/όανθολογούσε
εμείςανθολογούσαμε
εσείςανθολογούσατε
αυτοί/ές/άανθολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανθολογώ
εσύθα ανθολογείς
αυτός/ή/όθα ανθολογεί
εμείςθα ανθολογούμε
εσείςθα ανθολογείτε
αυτοί/ές/άθα ανθολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανθολογήσει
εσύέχεις ανθολογήσει
αυτός/ή/όέχει ανθολογήσει
εμείςέχουμε ανθολογήσει
εσείςέχετε ανθολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν ανθολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανθολογήσει
εσύείχες ανθολογήσει
αυτός/ή/όείχε ανθολογήσει
εμείςείχαμε ανθολογήσει
εσείςείχατε ανθολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν ανθολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανθολογήσει
εσύθα έχεις ανθολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει ανθολογήσει
εμείςθα έχουμε ανθολογήσει
εσείςθα έχετε ανθολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανθολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανθολόγησε
εσείςανθολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανθολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανθολογήσω
εσύνα ανθολογήσεις
αυτός/ή/όνα ανθολογήσει
εμείςνα ανθολογήσουμε
εσείςνα ανθολογήσετε
αυτοί/ές/άνα ανθολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανθολογώ
εσύνα ανθολογείς
αυτός/ή/όνα ανθολογεί
εμείςνα ανθολογούμε
εσείςνα ανθολογείτε
αυτοί/ές/άνα ανθολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανθολογήσει
εσύνα έχεις ανθολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει ανθολογήσει
εμείςνα έχουμε ανθολογήσει
εσείςνα έχετε ανθολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανθολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανθολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανθολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανθολογούσα
εσύθα ανθολογούσες
αυτός/ή/όθα ανθολογούσε
εμείςθα ανθολογούσαμε
εσείςθα ανθολογούσατε
αυτοί/ές/άθα ανθολογούσαν