BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναπληρώνομαι

быть пополненным, быть заменённым

be replenished / replaced

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναπληρώνομαι
εσύαναπληρώνεσαι
αυτός/ή/όαναπληρώνεται
εμείςαναπληρωνόμαστε
εσείςαναπληρώνεστε
αυτοί/ές/άαναπληρώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναπληρώθηκα
εσύαναπληρώθηκες
αυτός/ή/όαναπληρώθηκε
εμείςαναπληρωθήκαμε
εσείςαναπληρωθήκατε
αυτοί/ές/άαναπληρώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναπληρωθώ
εσύθα αναπληρωθείς
αυτός/ή/όθα αναπληρωθεί
εμείςθα αναπληρωθούμε
εσείςθα αναπληρωθείτε
αυτοί/ές/άθα αναπληρωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναπληρωνόμουν
εσύαναπληρωνόσουν
αυτός/ή/όαναπληρωνόταν
εμείςαναπληρωνόμαστε
εσείςαναπληρωνόσαστε
αυτοί/ές/άαναπληρώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναπληρώνομαι
εσύθα αναπληρώνεσαι
αυτός/ή/όθα αναπληρώνεται
εμείςθα αναπληρωνόμαστε
εσείςθα αναπληρώνεστε
αυτοί/ές/άθα αναπληρώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναπληρωθεί
εσύέχεις αναπληρωθεί
αυτός/ή/όέχει αναπληρωθεί
εμείςέχουμε αναπληρωθεί
εσείςέχετε αναπληρωθεί
αυτοί/ές/άέχουν αναπληρωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναπληρωθεί
εσύείχες αναπληρωθεί
αυτός/ή/όείχε αναπληρωθεί
εμείςείχαμε αναπληρωθεί
εσείςείχατε αναπληρωθεί
αυτοί/ές/άείχαν αναπληρωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναπληρωθεί
εσύθα έχεις αναπληρωθεί
αυτός/ή/όθα έχει αναπληρωθεί
εμείςθα έχουμε αναπληρωθεί
εσείςθα έχετε αναπληρωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αναπληρωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναπληρώσου
εσείςαναπληρωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαναπληρώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναπληρωθώ
εσύνα αναπληρωθείς
αυτός/ή/όνα αναπληρωθεί
εμείςνα αναπληρωθούμε
εσείςνα αναπληρωθείτε
αυτοί/ές/άνα αναπληρωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναπληρώνομαι
εσύνα αναπληρώνεσαι
αυτός/ή/όνα αναπληρώνεται
εμείςνα αναπληρωνόμαστε
εσείςνα αναπληρώνεστε
αυτοί/ές/άνα αναπληρώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναπληρωθεί
εσύνα έχεις αναπληρωθεί
αυτός/ή/όνα έχει αναπληρωθεί
εμείςνα έχουμε αναπληρωθεί
εσείςνα έχετε αναπληρωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αναπληρωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναπληρωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναπληρωθώ
εσύθα αναπληρωθείς
αυτός/ή/όθα αναπληρωθεί
εμείςθα αναπληρωθούμε
εσείςθα αναπληρωθείτε
αυτοί/ές/άθα αναπληρωθούν